Ο ντανταϊσμός ή νταντά αναδύθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Ζυρίχη της Ελβετίας ως καλλιτεχνικό και πνευματικό κίνημα, ασκώντας έντονη κριτική στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον εθνικισμό, τον ορθολογισμό, την αστική κουλτούρα, το εμπόριο της τέχνης και τις πρότερες καλλιτεχνικές συμβάσεις. Αποτέλεσε μια ριζοσπαστική αντίδραση απέναντι στις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, οι οποίες θεωρήθηκαν υπεύθυνες για τη βία και την καταστροφή του πολέμου. Άσκησε σημαντική επιρροή σε καλλιτεχνικές κοινότητες πόλεων όπως το Βερολίνο, το Ανόβερο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και την Κολωνία. Παρότι αρχικά παρουσίασε έντονη δυναμική, η διάρκειά του υπήρξε σύντομη, καθώς η επιρροή του άρχισε να φθίνει με την άνοδο του σουρεαλισμού στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1920.
Κεντρική μορφή του ντανταϊσμού υπήρξε ο Hugo Ball [Χούγκο Μπαλ], ο οποίος το 1916 εγκαινίασε το Cabaret Voltaire [Καμπαρέ Βολταίρος] στη Ζυρίχη, έναν υβριδικό χώρο καλλιτεχνικής έκφρασης και πειραματισμού, όπου πραγματοποιούνταν ντανταϊστικές εκθέσεις και δράσεις. Εξέχοντα ρόλο στο κίνημα διαδραμάτισε και ο ποιητής Tristan Tzara [Τριστάν Τζαρά], ο οποίος στο Μανιφέστο του ντανταϊσμού (1918), ισχυρίστηκε ότι ήταν ο δημιουργός του όρου νταντά. Η προέλευση του ονόματος παραμένει αβέβαιη, με ερμηνείες που κυμαίνονται από τις πρώτες άναρθρες λέξεις ενός μωρού, τη ρουμανική λέξη dada που σημαίνει «ναι, ναι!», την απόδοση της λέξης ως «ξύλινο αλογάκι» στα γαλλικά, έως την τυχαία επιλογή της από ένα λεξικό. Για τον Ball, ο όρος ήταν ιδανικός, καθώς μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και ταυτόχρονα τίποτα.
Σημαντικός εκπρόσωπος του κινήματος υπήρξε και ο Kurt Schwitters [Κουρτ Σβίττερς], ο οποίος στο ποίημα "Ursonate" (1932) χρησιμοποίησε ηχομιμητικές λέξεις, επιδιώκοντας την απελευθέρωση της γλώσσας και του σώματος από γλωσσικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Παρόμοια πρόθεση εντοπίζεται και στην απαγγελία του ποιήματος "Karawane" (1916) από τον Ball στο Cabaret Voltaire. Στη ζωγραφική, τη γλυπτική και το κολλάζ διακρίθηκαν καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες όπως οι Hans/Jean Arp [Χανς/Ζαν Αρπ], Otto Dix [Όττο Ντιξ], Hannah Höch [Χάννα Χεχ] και Francis Picabia [Φρανσίς Πικαμπιά]. Εμβληματική μορφή υπήρξε και ο Marcel Duchamp [Μαρσέλ Ντυσάν], ο οποίος, εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη, εισήγαγε γύρω στο 1913 τα έτοιμα αντικείμενα [ready-made], αμφισβητώντας τη «μεταφυσική αύρα» του έργου τέχνης και υποστηρίζοντας ότι οποιοδήποτε καθημερινό αντικείμενο μπορεί να καταστεί τέχνη μέσω της καλλιτεχνικής επιλογής.
Το κίνημα χαρακτηρίζεται από έντονη πολυμορφία, καθώς οι ντανταϊστές/ντανταΐστριες υιοθέτησαν ένα ευρύ φάσμα πρακτικών, όπως η επιτέλεση, η ποίηση και η ζωγραφική, καθώς και τεχνικών όπως το φωτομοντάζ, το κολλάζ και το ασαμπλάζ. Η ποικιλία αυτή συνέβαλε στην απουσία συνοχής και ομοιομορφίας των έργων τους. Κοινός παρονομαστής των ντανταϊστικών πρακτικών υπήρξε η έννοια της τυχαιότητας, η οποία εντοπίζεται τόσο στη χρήση έτοιμων αντικειμένων όσο και στη δημιουργία ποιημάτων και κολλάζ, τα οποία λειτούργησαν ως προάγγελοι της συνειρμικής γραφής του σουρεαλισμού. Ο αντισυμβατικός και σατιρικός χαρακτήρας του κινήματος, που απέρριπτε κάθε σταθερή ταυτότητα —ακόμη και τις δικές του συμβάσεις— συμπυκνώνεται στη φράση «το νταντά είναι αντί-νταντά». Αισθητικά, ο ντανταϊσμός υιοθέτησε μια εσκεμμένα χαοτική και άναρχη προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στο παράλογο, το αυθαίρετο και το αντιαισθητικό, με στόχο την πρόκληση σύγχυσης και αποστροφής.
Παρά τη σύντομη διάρκειά του, ο ντανταϊσμός άσκησε βαθιά επιρροή στη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη, επηρεάζοντας κινήματα και πρακτικές όπως ο σουρεαλισμός, η εννοιακή τέχνη, το φλούξους, οι εγκαταστάσεις, η τέχνη του σώματος και η τέχνη της επιτέλεσης.