Thymele Logo
Search

απαγγελτικό τραγούδι [ουσ. ουδ., επίθετο]

Articles Icon 2
Videos Icon 16
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Φωνητική τεχνική ενδιάμεση ανάμεσα στην ομιλία και το τραγούδι, κατά την οποία η εκφορά του λόγου ακολουθεί αυστηρή ρυθμική οργάνωση και προσεγγιστικό, μη διατηρούμενο τονικό ύψος, με αποτέλεσμα ένα υβριδικό ηχητικό ιδίωμα που αξιοποιήθηκε συστηματικά στη γερμανική έντεχνη φωνητική μουσική, στο μουσικό θέατρο του 20ού αιώνα και σε ρεύματα της δημοφιλούς μουσικής.

Ανάπτυξη

Το απαγγελτικό τραγούδι συνιστά τεχνική εκφοράς κατά την οποία ο λόγος οργανώνεται μουσικά ως προς τον ρυθμό και την τονική του κατεύθυνση, διατηρώντας ωστόσο την προ σωδία και τη φυσικότητα της ομιλίας. Διαφοροποιείται από το ρετσιτατίβο, όπου τα τονικά ύψη άδονται κανονικά και μόνο η άρθρωση προσομοιάζει στον λόγο, καθώς και από την οδηγία parlando [ομιλητικά], η οποία ζητεί απλώς ομιλητικό χρωματισμό σε μια υπάρχουσα μελωδία. Στο απαγγελτικό τραγούδι η ίδια η φωνητική γραμμή κατασκευάζεται ως υβρίδιο λόγου και μέλους. Στη γερμανική ορολογία διακρίνεται συχνά από το Sprechstimme, που ορίζει τη φωνή η οποία απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από το σταθερό τονικό ύψος.


Ο όρος απαντά σε γερμανικά λεξικά ήδη από τον 18ο αιώνα, με αναφορά στη μελωδική απαγγελία έμμετρου και πεζού κειμένου, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα λειτούργησε ως απόδοση του ιταλικού ρετσιτατίβου. Καθοριστική υπήρξε η βαγκνερική παράδοση: ο Julius Hey [Γιούλιους Χάι], φωνητικός σύμβουλος του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] στο Bayreuth [Μπαϋρόιτ], θεμελίωσε μέθοδο τραγουδιού που εκκινούσε από την άρθρωση της γερμανικής γλώσσας. Το 1897 ο Engelbert Humperdinck [Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ] παρουσίασε το Königskinder [Τα βασιλόπουλα] ως μελόδραμα και επινόησε ειδική σημειογραφία, τις ομιλούμενες νότες [Sprechnoten], με κεφαλή σε σχήμα x, οι οποίες κατέγραφαν τον ρυθμό και την περίπου τονική καμπύλη του «εντεταμένου λόγου» σε συμφωνία με την ορχήστρα. Στην οπερατική εκδοχή του 1910 ο συνθέτης επανήλθε στο συμβατικό τραγούδι.


Την πλήρη μορφή της η τεχνική την έλαβε στο έργο του Arnold Schoenberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ]. Ο ρόλος του Αφηγητή στα Gurre-Lieder [Τραγούδια του Γκούρρε] (1911) γράφτηκε ήδη σε αυτή τη σημειογραφία, ενώ στο Pierrot lunaire [Ο φεγγαρίσιος Πιερρότος] (1912) ο συνθέτης την εφάρμοσε καθολικά και τη συνόδευσε με επεξηγηματικό σημείωμα: η ερμηνεύτρια οφείλει να δίνει το γραμμένο ύψος και αμέσως να το εγκαταλείπει, ανοδικά ή καθοδικά, με τρόπο ομιλητικό. Στην όπερα Moses und Aron [Μωυσής και Ααρών] η τεχνική αποκτά δραματουργικό βάθος, καθώς το απαγγελτικό τραγούδι του Μωυσή αντιπαρατίθεται στη λυρική ερμηνεία του οξύφωνου Ααρών και υπογραμμίζει την αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει το άρρητο. Ο Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ] διεύρυνε τη διαβάθμιση στο Wozzeck [Βότσεκ] και στη Lulu [Λουλού], εισάγοντας τον ημιασματικό τρόπο [halb gesungen] με διακριτή σημειογραφία. Στη μεταπολεμική περίοδο η ζώνη ανάμεσα σε λόγο και μέλος διερευνήθηκε περαιτέρω από τον Pierre Boulez [Πιέρ Μπουλέζ], τον Hans Werner Henze [Χανς Βέρνερ Χέντσε], τον Peter Maxwell Davies [Πήτερ Μάξγουελ Ντέηβις], τον Aribert Reimann [Άριμπερτ Ράιμαν] και τον Wolfgang Rihm [Βόλφγκανγκ Ριμ].


Στην ελληνική μουσική το απαγγελτικό τραγούδι εισήχθη από τον Δημήτρη Μητρόπουλο [Dimitri Mitropoulos] με τις Invenzioni [Επινοήσεις] (1925-1926), σε ερωτικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, το πρώτο ατονικό έργο της εγχώριας δημιουργίας. Ο συνθέτης ζητούσε ρητά εκφορά που δεν είναι ούτε τραγούδι ούτε απαγγελία, αλλά μια «στυλιζαρισμένη απαγγελία» σε ορισμένους ήχους και ρυθμούς, ενταγμένη σε αυστηρά αρχιτεκτονικά σχέδια με μπαρόκ φόρμες, κανόνες και πασακάλιες. Με τον τρόπο αυτόν, η ομιλούσα φωνή λειτουργεί ως ένα μόριο της πολυφωνικής κατασκευής.


Στο θέατρο, το απαγγελτικό τραγούδι υπήρξε προνομιακό εργαλείο του εξπρεσιονισμού και συν δέθηκε με την ομαδική απαγγελία [Sprechchor] των μαζικών σκηνών. Στο επικό θέατρο του Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] η ημιασματική εκφορά, όπως την καθιέρωσε η Lotte Lenya [Λόττε Λένυα] στα έργα του Kurt Weill [Κουρτ Βάιλ], εξυπηρετεί την ανοικείωση: ο ερμηνευτής ή η ερμηνεύτρια εκθέτει το τραγούδι αντί να το ενσαρκώνει, αναστέλλοντας τη συγκινησιακή ταύτιση και ενεργοποιώντας την κριτική στάση του κοινού.


Το ραδιοφωνικό θέατρο ανέδειξε το απαγγελτικό τραγούδι σε δομικό εργαλείο, καθώς η απουσία οπτικής πληροφορίας μεταθέτει στη φωνή το σύνολο της δραματουργίας. Το γερμανικό ακουστικό έργο [Hörspiel] της δεκαετίας του 1920 το αξιοποίησε για να διακρίνει επίπεδα λόγου και να συνδέσει την αφήγηση με τη μουσική. Ο Brecht και ο Weill το εφάρμοσαν στο ραδιοφωνικό διδακτικό έργο Der Lindberghflug [Η πτήση του Λίντμπεργκ] (1929), σε συνεργασία με τον Paul Hindemith [Πάουλ Χίντεμιτ]. Στο νέο ακουστικό έργο της δεκαετίας του 1960 η ρυθμική εκφορά ανάγεται σε αυτόνομο υλικό, όπως στο Fünf Mann Menschen [Πέντε άντρες άνθρωποι] (1968) των Ernst Jandl [Ερνστ Γιαντλ] και Friederike Mayröcker [Φρήντερικε Μαϋρέκερ].


Στη δημοφιλή μουσική η τεχνική επανέρχεται ως ρυθμικός λόγος πάνω σε σταθερό υπόβαθρο. Η Anne Clark [Ανν Κλαρκ] και η Laurie Anderson [Λώρη Άντερσον] δομούν τα κομμάτια τους στην απαγγελία πάνω σε ηλεκτρονικά ηχοτοπία, ο Mark E. Smith [Μαρκ Ε. Σμιθ] των The Fall [Δε Φωλ] καθιέρωσε ένα επαναληπτικό, οξύ ιδίωμα στο ποστ-πανκ, ενώ η Florence Shaw [Φλόρενς Σω] των Dry Cleaning [Ντράι Κλήνινγκ] και η Kae Tempest [Καίη Τέμπεστ] το επανεπεξεργάζονται σήμερα. Στη ραπ ο λόγος εκφέρεται με μετρική ακρίβεια και το τονικό ύψος παραμένει δευτερεύον.

Αγγλικά
sprechgesang; speech-song
Γαλλικά
sprechgesang, le; chant parlé, le
Γερμανικά
Sprechgesang, der
Ιταλικά
Sprechgesang, lo; canto parlato, il

Σχετικοί όροι

διευρυμένη φωνητική τεχνική, εξπρεσιονιστική όπερα, μουσικό δράμα, φωνητική ποίηση, φωνητικός κύκλος

Μη προτεινόμενοι όροι

σπρεχγκεζάνγκ

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

Βλέπουμε ότι ο Μητρόπουλος διαχωρίζει εξαρχής τη διαδικασία σύνθεσης του έργου από την απλή μελοποίηση έντεχνου τραγουδιού, κατά το δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο, δηλαδή τη γραφή Lied. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν αναφέρεται πουθενά σε τραγούδια, παρά μόνο σε αρχιτεκτονικά μουσικά σχέδια, δηλ. σε μουσικές δομές με αυστηρά τεχνικά χαρακτηριστικά, χωρίς ωστόσο να κατονομάζει τη μιμητική αντίστιξη ή τις μπαρόκ μορφές που χρησιμοποιεί.

«Κάθε ποίημα από αυτά έχει ως βάση ένα διαφορετικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, όπου η φωνή η απαγγέλουσα το ποίημα αποτελεί ένα μόριο του σχεδίου. Δεν πρόκειται περί τραγουδιού αλλά ούτε και περί μιας ξερής απαγγελίας με υπόκρουση. Ούτε να τα τραγουδάει κανείς πρέπει, ούτε πάλι να τα απαγγέλει, μα κάτι ανάμεσα στα δύο. Ίσως μια απαγγελία stylisée σε ορισμένους ήχους και ρυθμούς που διαγράφει αυστηρά το αρχιτεκτονικό σχέδιο [...]»

Η έμμεση αναφορά από τον Μητρόπουλο στον τρόπο μελωδικής απαγγελίας (sprechgesang) του έργου Pierrot lunaire (1912) του Arnold Schoenberg μάλλον θεμελιώνει εδώ ένα αισθητικό και καλλιτεχνικό πρότυπο για τη σύνθεση των Ιnvenzioni (Ξανθουδάκης 2010α: 16). Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι σε αυτό το βαθιά εξπρεσιονιστικό, πρω-δωδεκαφθογγικό έργο του Schoenberg, οι τεχνικές της μιμητικής αντίστιξης —σχεδόν παντού παρούσες μέσα στις Invenzioni— βρίσκουν επίσης ενδιαφέρουσες εφαρμογές.

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος αποστασιοποιείται από το πρότυπο του έντεχνου άσματος και αντιμετωπίζει τη φωνή ως δομικό «μόριο» ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου, ορίζοντας το απαγγελτικό τραγούδι ως εκφορά ενδιάμεση ανάμεσα στο άσμα και στην απαγγελία. Ο ίδιος μιλά για «απαγγελία stylisée» δεσμευμένη σε συγκεκριμένους φθόγγους και ρυθμούς, διατύπωση που παραπέμπει ευθέως στον Pierrot lunaire (1912) του Arnold Schönberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ]. Η μιμητική αντίστιξη και οι μπαρόκ μορφές, ο κανόνας και η πασακάλια, καθιστούν εδώ το απαγγελτικό τραγούδι στοιχείο δομής και όχι εκφραστικό εφέ.

Σακαλλιέρος, Γ. (2017). Η πρόσληψη της έντεχνης μουσικής στη μεσοπολεμική Αθήνα και οι ταυτότητές της: εθνικισμός, μοντερνισμός και ο διττός ρόλος του Δημήτρη Μητρόπουλου. Στο Συμεωνίδου, Π., κ.α. (επιμ.), Ταυτότητες: Γλώσσα και Λογοτεχνία. Τόμος Α (σελ. 564-587). Εκδόσεις Σαΐτα.

www.academia.edu...

Quote Icon

"In Schoenberg's opera, Moses is forced to speak – his part is notably composed almost entirely as Sprechgesang – in defence of the absolute difference of the divine Word, a truth which Aron's sung fluency can only convey as sacrilege even as he strives to mediate on behalf of God's chosen people."


«Στην όπερα του Schoenberg [Μωυσής και Ααρών] ο Μωυσής είναι αναγκασμένος να μιλά, καθώς το μέρος του έχει γραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου ως Sprechgesang, υπερασπιζόμενος την απόλυτη ετερότητα του θείου Λόγου: μια αλήθεια που η τραγουδιστική ευφράδεια του Ααρών μπορεί να μεταδώσει μόνο ως ιεροσυλία, ακόμη και όταν εκείνος πασχίζει να μεσολαβήσει για λογαριασμό του περιούσιου λαού.»

Στην όπερα Moses und Aron [Μωυσής και Ααρών] ο Arnold Schoenberg αναθέτει στον Μωυσή απαγγελτικό τραγούδι και στον Ααρών πλήρη μελωδική γραμμή οξυφώνου, μετατρέποντας την αντίθεση των δύο τρόπων εκφοράς σε φορέα του δραματικού νοήματος. Το απαγγελτικό τραγούδι σημαίνει εδώ την αδυναμία του λόγου να παραστήσει το θείο, ενώ το άσμα ταυτίζεται με την ειδωλοποίηση και την παραχάραξή του. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει τη λειτουργία του απαγγελτικού τραγουδιού ως δραματουργικού μέσου διάκρισης των προσώπων και όχι ως εκφραστικού εφέ.

Street, A. (2005). Expression and construction: the stage works of Schoenberg and Berg. Στο M. Cooke (επιμ.), The Cambridge Companion to Twentieth-Century Opera (σσ. 85 – 104). Cambridge University Press. Το παρά θεμα στη σ. 99.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Arnold Schoenberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ], Pierrot lunaire [Ο φεγγαρίσιος Πιερρότος], op. 21. Η Erika…

Arnold Schoenberg, Pierrot lunaire [Ο φεγγαρίσιος Πιερρότος], op. 21, I. "Mondestrunken" [«Μεθυσμένος από…

Arnold Schoenberg, Moses und Aron [Μωυσής και Ααρών]. Το απαγγελτικό τραγούδι του Μωυσή…

Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ], Wozzeck [Βότσεκ]. Ο αρχιμουσικός Mark Elder [Μαρκ Έλντερ] εξηγεί…

Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν], The Unanswered Question: Six Talks at Harvard [Το αναπάντητο ερώτημα:…

Lotte Lenya [Λόττε Λένυα], "Seeräuber-Jenny" [«Η Τζέννυ των πειρατών»], από την Όπερα της πεντάρας [

Gisela May [Γκίζελα Μάι], "Lied von der belebenden Wirkung des Geldes" [«Τραγούδι για την αναζωογονητική…

Μάρθα Καραγιάννη, «Ο άντρας που θα παντρευτώ», από το κινηματογραφικό μιούζικαλ Γοργόνες και μάγκες (1968).…

Nino Ferrer [Νίνο Φερρέρ], "Les cornichons" [«Τα αγγουράκια τουρσί»] (1966). Ο τραγουδιστής απαριθμεί τα εφόδια…

Pet Shop Boys [Πετ Σοπ Μπόυς], "West End Girls" ["Τα κορίτσια του Γουέστ Εντ"] (1985).…

Anne Clark [Ανν Κλαρκ], "Our Darkness" [«Το σκοτάδι μας»] (1984). Η πρωτοπόρος δημιουργός και ερμηνεύτρια…

Kendrick Lamar [Κέντρικ Λαμάρ], "Hood Politics" [«Πολιτική της γειτονιάς»], από το άλμπουμ To Pimp a…

Yello [Γέλλο], "The Race" [«Η κούρσα»] (1988). Ο Dieter Meier [Ντήτερ Μάιερ] υιοθετεί ομιλητική εκφορά…

Τρύπες, «Τρένο» (1993). Ο Γιάννης Αγγελάκας αφηγείται τους στίχους με ποιητική ένταση και δραματικό, σχεδόν…

Ρόδες και Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Φοβάμαι». Η ρυθμική εκφορά του Νικήτα Κλιντ αντιπαρατίθεται στη λυρική ερμηνεία…

"Sing!" [«Τραγούδα!»] από το μιούζικαλ A Chorus Line [Μια χορευτική γραμμή] (1975) των…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Engelbert Humperdinck [Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ], Königskinder [Τα βασιλόπουλα], μελόδραμα, παρτιτούρα, Leipzig: Max Brockhaus, 1897,…

Η ηθοποιός Albertine Zehme [Αλμπερτίνε Τσέμε] με το κοστούμι του Πιερρότου. Η Zehme παρήγγειλε το…

Ο Arnold Schoenberg (τρίτος από αριστερά) με την Albertine Zehme [Αλμπερτίνε Τσέμε] (στο κέντρο) και…

Arnold Schoenberg, Pierrot lunaire [Ο φεγγαρίσιος Πιερρότος], op. 21, παρτιτούρα με μεταγραφή για…

Arnold Schoenberg, Pierrot lunaire [Ο φεγγαρίσιος Πιερρότος], op. 21, I. "Mondestrunken" [«Μεθυσμένος από…

Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ], Lulu [Λούλου], παρτιτούρα, επιμέλεια Hans Erich Apostel [Χανς Έριχ…

Δημήτρης Μητρόπουλος [Dimitri Mitropoulos], 10 Inventions [10 Επινοήσεις], πρώτη σελίδα της έκδοσης με…

Συγκριτικός πίνακας σημειογραφικών συμβόλων για το απαγγελτικό τραγούδι, όπως εμφανίζονται σε παρτιτούρες του 20ού αιώνα.…

βασική

Byron, A. (2006). The test pressings of Schoenberg conducting Pierrot lunaire: Sprechstimme reconsidered. Music Theory Online, 12(1). www.mtosmt.org...

Byron, A., & Pasdzierny, M. (2007). Sprechstimme reconsidered once again. Music Theory Online, 13(2). www.mtosmt.org...

Cooke, M. (Ed.) (2005). The Cambridge companion to twentieth-century opera. Cambridge University Press.

Glauert, A. (2002). Königskinder. Grove Music Online. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 από www.oxfordmusiconline.com...

Griffiths, P. (2001). Sprechgesang. Grove Music Online. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 από www.oxfordmusiconline.com...

Gyger, E. (2007). Speech, song, and silence: Modes of utterance in Moses und Aron. The Opera Quarterly, 23(4), 418-440. doi.org...

Knust, M. (2024). Declaiming Wagner: Between genesis and historical performance practice. In D. Trippett (Ed.), Wagner in context (pp. 258-266). Cambridge University Press.

Kravitt, E. F. (1976). The joining of words and music in late romantic melodrama. The Musical Quarterly, 62(4), [σελίδες προς επιβεβαίωση].

Merrill, J. (2017). Schoenberg's Pierrot lunaire revisited: Acceptance of vocal expression. Acta Musicologica, 89(1), 95-117.

Metzger, H.-K., & Riehn, R. (Eds.) (2001). Musik-Konzepte 112/113: Schönberg und der Sprechgesang. edition text + kritik.

Soder, A. (2008). Sprechstimme in Arnold Schoenberg's Pierrot lunaire: A study of vocal performance practice. The Edwin Mellen Press.

Stadlen, P. (1981). Schoenberg's speech-song. Music & Letters, 62(1), [σελίδες προς επιβεβαίωση].

Zeiss, L. E. (2012). The dramaturgy of opera. In N. Till (Ed.), The Cambridge companion to opera studies (pp. 179-201). Cambridge University Press.

Σακαλλιέρος, Γ. (2017). Η πρό σληψη της έντεχνης μουσικής στη μεσοπολεμική Αθήνα και οι ταυτότητές της: Εθνικισμός, μοντερνισμός και ο διττός ρόλος του Δημήτρη Μητρόπουλου. Στο Π. Συμεωνίδου κ.ά. (επιμ.), Ταυτότητες: Γλώσσα και λογοτεχνία (τόμ. Α, σελ. 564-587). Εκδόσεις Σαΐτα.

συμπληρωματική

Cavell, R. (2020). Speechsong: The Gould/Schoenberg dialogues. punctum books. doi.org...

Kennedy, M., & Bourne Kennedy, J. (2012). The Oxford dictionary of music (6th ed., T. Rutherford-Johnson, Ed.). Oxford University Press.

Lawson, C., & Stowell, R. (Eds.) (2012). The Cambridge history of musical performance. Cambridge University Press.

Ledlie Moore, F., & Varchaver, M. (1999). Dictionary of the performing arts. Contemporary Books.

Leuchtmann, H. (1997). Wörterbuch Musik: Englisch-Deutsch / Deutsch-Englisch (5. Aufl.). Springer-Verlag.

Merrill, J., & Larrouy-Maestri, P. (2017). Vocal features of song and speech: Insights from Schoenberg's Pierrot lunaire. Frontiers in Psychology, 8, 1108. doi.org...

Pieron, A. (2002). Dictionnaire de la langue du théâtre. Le Robert.

Μητρόπουλος, Δ. (2010). 14 Invenzioni (κριτική έκδοση, επιμ. Γ. Σαμπροβαλάκης). Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Εργαστήριο Ελληνικής Μουσικής, σειρά «Μνημεία Νεοελληνικής Μουσικής».

Ξανθουδάκης, Χ. (2010α). Εισαγωγή. Στο Δημήτρη Μητρόπουλου, 14 Invenzioni (σελ. 13-22). Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Εργαστήριο Ελληνικής Μουσικής.

Σακαλλιέρος, Γ. (2016). Dimitri Mitropoulos and his works in the 1920s: The introduction of musical modernism in Greece. Hellenic Music Centre.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. απαγγελτικό τραγούδι. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/απαγγελτικό-τραγούδι

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «απαγγελτικό τραγούδι». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/απαγγελτικό-τραγούδι.

MLA

«απαγγελτικό τραγούδι». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/απαγγελτικό-τραγούδι.

1326