Το ηχόχρωμα αποτελεί τη χαρακτηριστική ποιοτική ταυτότητα ενός ήχου, η οποία επιτρέπει στον ακροατή / στην ακροάτρια να διακρίνει, παραδείγματος χάριν, τον ήχο ενός βιολιού από τον ήχο ενός κλαρινέτου, ακόμη και όταν τα δύο όργανα εκτελούν τον ίδιο φθόγγο στην ίδια ένταση. Στην πράξη, το ηχόχρωμα περιγράφεται συχνά με υποκειμενικούς, συναισθητικούς όρους αντίστοιχους εκείνων που χρησιμοποιούνται για τα χρώματα: λαμπερό, ζεστό, σκοτεινό, μεταλλικό κ.ά. Η ποιότητα του ήχου ενός μουσικού οργάνου εξαρτάται από το υλικό και τον τρόπο κατασκευής του, το μέγεθός του, καθώς και από τον τρόπο παραγωγής και εκτέλεσης του ήχου. Αντιστοίχως, το ηχόχρωμα της ανθρώπινης φωνής καθορίζεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φωνητικών χορδών, τον τρόπο δόνησής τους και τη διαμόρφωση του ήχου μέσω των αντηχητικών κοιλοτήτων του φωνητηρίου μηχανισμού, ενώ επηρεάζεται από ανατομικούς, φυσιολογικούς και ψυχοσυναισθηματικούς παράγοντες. Κάθε μουσικό όργανο, όπως και κάθε φωνή, διαθέτει ένα εύρος ηχοχρωματικών ποιοτήτων ανάλογα με τις τεχνικές εκτέλεσης και το ύφος του ερμηνευόμενου έργου.
Από ακουστική άποψη, το ηχόχρωμα συνδέεται άμεσα με το φάσμα συχνοτήτων ενός ήχου, δηλαδή με την κατανομή και τη σχετική ένταση των αρμονικών του, καθώς και με τα χαρακτηριστικά της χρονικής εξέλιξής του (περιβάλλουσα: έναρξη, σταθεροποίηση, απόσβεση). Ο Hermann von Helmholtz [Χέρμαν φον Χέλμχολτς], στο έργο Die Lehre von den Tonempfindungen als physiologische Grundlage für die Theorie der Musik [Η μελέτη των ηχητικών αισθήσεων ως φυσιολογική βάση για τη θεωρία της μουσικής, 1863], θεμελίωσε την επιστημονική μελέτη του ηχοχρώματος, αναδεικνύοντας τον ρόλο των αρμονικών μερικών τόνων στη διαφοροποίηση της ηχητικής ποιότητας. Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Arnold Schönberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ] εισήγαγε την έννοια της Klangfarbenmelodie [μελωδία ηχοχρωμάτων], προτείνοντας τη δόμηση μουσικών ακολουθιών βάσει ηχοχρωματικών μεταβολών αντί μελωδικών διαστημάτων. Οι διαφορές στη φασματική δομή αποτελούν κεντρικό παράγοντα διάκρισης μεταξύ ήχων και συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση σύγχρονων μουσικών πρακτικών, όπως η φασματική μουσική [musique spectrale], στο πλαίσιο της οποίας το ηχόχρωμα αντιμετωπίζεται ως θεμελιώδες δομικό στοιχείο της σύνθεσης.
Ο παραδοσιακός μουσικολογικός ορισμός, ότι το ηχόχρωμα είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί ήχους ίδιου ύψους, έντασης και διάρκειας, κρίθηκε περιοριστικός. Νεότερες προσεγγίσεις (Stephen McAdams [Στήβεν Μακ Άνταμς], Wayne Slawson [Ουέιν Σλώσον]) το αντιμετωπίζουν ως σύνθετο ψυχοακουστικό χαρακτηριστικό, το οποίο προκύπτει από τη συνάντηση ακουστικών ιδιοτήτων και αντιληπτικών διεργασιών και δεν ανάγεται σε μεμονωμένες φυσικές παραμέτρους. Η αντίληψη του ηχοχρώματος διαφοροποιείται μάλιστα από ακροατή σε ακροατή διαμεσολαβούμενη από γνωσιακές και πολιτισμικές διεργασίες.
Στην όπερα και στο λυρικό τραγούδι, η κατάταξη σε φωνητικές κατηγορίες (υψίφωνος, μεσόφωνος, κοντράλτο, οξύφωνος, βαρύτονος, βαθύφωνος) στηρίζεται πρωτίστως στην έκταση και στην τεσσιτούρα της φωνής. Το ηχόχρωμα, αντιθέτως, είναι εκείνο που επιτρέπει στον ακροατή / στην ακροάτρια να διακρίνει δύο φωνές της ίδιας κατηγορίας, λ.χ. δύο υψιφώνους ή δύο βαρυτόνους, καθεμία με το προσωπικό, αναγνωρίσιμο ηχόχρωμά της. Η αντιληπτική αυτή διάκριση εξηγεί γιατί το κοινό ταυτοποιεί ακαριαία μια φωνή, πριν καν αναγνωρίσει το έργο. Στο θέατρο, η ηχοχρωματική ποιότητα της φωνής του / της ηθοποιού αποτελεί βασικό εκφραστικό μέσο, καθώς η αντίληψή της από το κοινό (φωτεινό, βραχνό, ρινικό ή θωρακικό ηχόχρωμα) μεταδίδει πληροφορίες για τον χαρακτήρα, τη συναισθηματική κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες ενός ρόλου. Η καλλιέργεια και ο έλεγχος του ηχοχρώματος αποτελεί κεντρικό στοιχείο σε μεθόδους φωνητικής αγωγής, από την παράδοση του μπελκάντο έως σύγχρονες τεχνικές θεατρικής φωνής. Στον τομέα της ενορχήστρωσης, ο Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ], στο Grand traité d'instrumentation et d'orchestration modernes [Μείζων πραγματεία σύγχρονης ενοργάνωσης και ενορχήστρωσης, 1844], πρώτος ανέδειξε συστηματικά τις ηχοχρωματικές δυνατότητες κάθε οργάνου ως αυτοτελείς εκφραστικούς πόρους. Στον χώρο της ηλεκτρακουστικής μουσικής και του σχεδιασμού ήχου [sound design] για θέατρο και κινηματογράφο, ο χειρισμός του ηχοχρώματος μέσω ψηφιακών και αναλογικών εργαλείων επιτρέπει τη δημιουργία ηχοτοπίων [soundscapes] που διαμορφώνουν τη σκηνική ατμόσφαιρα.