Ο όρος μανιέρα προέρχεται από το ιταλικό "manièra", που σημαίνει τρόπος, τεχνοτροπία. το οποίο απορρέει με τη σειρά του από το γαλλικό "manière" και το λατινικό "manuārius" = χειροποίητο. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1550 από τον Ιταλό καλλιτέχνη και ιστορικό Giorgio Vasari [Τζώρτζιο Βαζάρι] στο βιβλίο του Le vite de' più eccellenti pittori, scultori, e architettori [Οι βίοι των πλέον εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων]. Ο Vasari έγραψε μεταξύ άλλων για την «maniera greca» προκειμένου να περιγράψει τη βυζαντινή αγιογραφία που επικρατούσε την περίοδο του Μεσαίωνα, καθώς και για την «maniera», δηλαδή την τεχνοτροπία, του Michelangelo [Μιχαήλ Άγγελος] που άσκησε μεγάλη επιρροή στην τέχνη του 16ου αιώνα.
Από την ορολογία αυτή, προέκυψε και το καλλιτεχνικό ρεύμα του μανιερισμού [mannerism], που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά την ύστερη Αναγέννηση και πριν την ανάδυση του Μπαρόκ, δηλαδή κατά τον 16ο έως τις αρχές του 17ου αιώνα. Ο μανιερισμός ήρθε σε ρήξη με τον κλασικό αναγεννησιακό κανόνα της τέλειας αρμονίας και της «φυσικής» ομορφιάς, αναδεικνύοντας ως κύριο γνώρισμά του τους διαγώνιους άξονες της σύνθεσης, την επιτήδευση στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής, μέσω της επιμήκυνσης και της παραμόρφωσης των χαρακτηριστικών της και της υιοθέτησης πολύπλοκων, εξεζητημένων και αντιρεαλιστικών στάσεων. Από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους του Μανιερισμού ήταν ο Parmigianino [Παρμιτζιανίνο], ο γλύπτης Benvenuto Cellini [Μπενβενούτο Τσελλίνι], ο Tintoretto [Τιντορέττο], ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος [Domenikos Theotokopoulos] γνωστός ως El Greco [Ελ Γκρέκο] κ.ά.
Συνοπτικά, ο όρος μανιέρα αναφέρεται στο υψηλό επίπεδο γνώσεων, αισθητικών και τεχνικών δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για τη διαμόρφωση του ιδιαίτερου προσωπικού καλλιτεχνικού ύφους, αλλά και στην παγίωση μιας υπερβολικά στυλιζαρισμένης τεχνικής στην προσπάθεια σύνθεσης ενός καλλιτεχνικού ιδιώματος.
Στις παραστατικές τέχνες, ο όρος αναφέρεται στο ιδιαίτερο προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα και τη σκηνική ιδιοσυγκρασία ενός ερμηνευτή/μιας ερμηνεύτριας. Η μανιέρα στοιχειοθετείται από συγκεκριμένες ερμηνευτικές επιλογές, κινητικές ή φωνητικές τεχνικές, εκφραστικά μοτίβα και χειρονομίες, όπως εκδηλώνονται στη θεατρική δημιουργία και πρακτική, στη σύλληψη ή εκτέλεση μιας χορογραφίας και στη σύνθεση ή ερμηνεία ενός μουσικού έργου, συγκροτώντας την ταυτότητα του καλλιτέχνη/της καλλιτέχνιδας. Οι παραπάνω ερμηνευτικές επιλογές μπορεί να συνδέονται είτε με τις προσωπικές δεξιότητες και προτιμήσεις των ερμηνευτών/τριών είτε με τις υφολογικές συμβάσεις μιας εποχής ή ενός καλλιτεχνικού ρεύματος.
Η έννοια αποκτά αρνητική διάσταση, όταν χρησιμοποιείται για να περιγράψει το προβλέψιμο μιας ερμηνείας, στο πλαίσιο του οποίου το προσωπικό ιδίωμα του ερμηνευτή/της ερμηνεύτριας λειτουργεί εις βάρος της καλλιτεχνικής έκφρασης, οδηγώντας στη στείρα τυποποίηση ή επανάληψη και αναχαιτίζοντας τον αυθορμητισμό και την αυθεντικότητα.
Στη θεατρική παράδοση, η έννοια της μανιέρας ως έκφρασης μιας sui generis σκηνικής γλώσσας που εκδηλώνεται μέσω συγκεκριμένων παραστασιακών συμβάσεων και κωδίκων (π.χ. τυποποιημένων χαρακτήρων, χρήση μασκών και κοστουμιών, συστήματος χειρονομιών, σωματικών στάσεων και εκφοράς του λόγου) συνδέεται κυρίως με το είδος της κομμέντια ντελλ άρτε [commedia dell'arte], καθώς και με το Ελισαβετιανό θέατρο, οι πρώιμες φάσεις των οποίων συμπίπτουν χρονικά με την ανάπτυξη του Μανιερισμού. Η αρνητική διάσταση της μανιέρας σχετίζεται συνήθως με προγενέστερες του τέλους του 19ου αιώνα περιόδους, κατά τις οποίες, ελλείψει συγκροτημένων υποκριτικών μεθόδων και σχολών, παρατηρείτο συχνά το φαινόμενο της τυποποιημένης υποκριτικής ερμηνείας, με χαρακτηριστικά στοιχεία το στομφώδες ύφος και την πομπώδη απαγγελία.
Στη μουσική, η μανιέρα ως ιστορικός όρος απαντάται στο πολυφωνικό μαδριγάλι και το μοτέτο, ενώ στον χορό συνδέθηκε με την περίτεχνη στάση του σώματος που απαιτούσαν οι αυλικοί αναγεννησιακοί χοροί, όπως η bassa danza. Όπως και στην περίπτωση του θεάτρου, έτσι και στη μουσική και τον χορό, η έννοια της μανιέρας μπορεί είτε να σχετίζεται με τη διαμόρφωση του προσωπικού ύφους του/της καλλιτέχνη/ιδος είτε σε αρνητικό πλαίσιο να αναφέρεται στην τυποποίηση και την έλλειψη πρωτοτυπίας.