Το Μπάουχαους [Βauhaus] ήταν μια ανώτατη σχολή σχεδιασμού, η οποία συνδύαζε τον αρχιτεκτονικό και τον βιομηχανικό σχεδιασμό με τις καλές τέχνες. Ιδρύθηκε το 1919 από τον Walter Gropius [Βάλτερ Γκρόπιους] στη Βαϊμάρη της Γερμανίας. Η περίοδος λειτουργίας της σχολής συμπίπτει χρονικά με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, εποχή κατά την οποία η Γερμανία προσπαθούσε να ανακάμψει από τις συνέπειες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και η ανάγκη για ανοικοδόμηση και κοινωνική ανανέωση ήταν επιτακτική. Το 1925 μεταφέρθηκε στο Ντεσάου και τελικά στο Βερολίνο το 1932, λίγο πριν κλείσει λόγω των πολιτικών πιέσεων από το ναζιστικό καθεστώς το 1933. Πολλά από τα μέλη του Μπάουχαους διέφυγαν κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο στην Αμερική, εδραιώνοντας αντίστοιχες αισθητικές κατευθύνσεις και διευκολύνοντας την παγκόσμια ακτινοβολία του κινήματος.
Μέσω της σχολής αναπτύχθηκε το ομώνυμο καλλιτεχνικό κίνημα, το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά του 20ού αι. και συστήνει τη γερμανική εκδοχή του κονστρουκτιβισμού στις εικαστικές, εφαρμοσμένες και παραστατικές τέχνες. Η φιλοσοφία του βασίζεται στη σύνθεση τέχνης, βιομηχανίας και λειτουργικότητας. Συνδύασε διαφορετικούς τομείς δημιουργίας, όπως η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, η γλυπτική και ο σχεδιασμός, προωθώντας τη χρήση απλών, γεωμετρικών μορφών και καθαρών γραμμών χωρίς περιττό διάκοσμο. Κύρια άποψη των εκφραστών του κινήματος ήταν ότι οι τέχνες οφείλουν να υπηρετούν την καθημερινή ζωή και να ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα με πρακτικότητα, καλαισθησία και απλότητα. Επιπλέον, δόθηκε έμφαση στη γεφύρωση της παραδοσιακής τέχνης με τις νέες βιομηχανικές δυνατότητες της εποχής μέσω της χρήσης πρωτοποριακών υλικών, όπως το μέταλλο, το γυαλί και το σκυρόδεμα.
Από τους πιο αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες που στελέχωσαν τη σχολή του Μπάουχαους ήταν οι Paul Klee [Πάουλ Κλεε], Johannes Itten [Γιοχάνες Ίττεν] και Wassily Kandinsky [Βασίλι Καντίνσκι], που υπήρξαν ζωγράφοι και θεωρητικοί, ο Laszlo Moholy-Nagy [Λάζλο Μοχόλυ-Νάγκυ], που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της φωτογραφίας και της τυπογραφίας, ο Herbert Bayer [Χέρμπερτ Μπάγιερ] στη διαφήμιση, η Gunta Stölzl [Γκούντα Στέλτσλ] στην κλωστοϋφαντουργία και ο Marcel Breuer [Μαρσέλ Μπρόιερ], γνωστός για τα έπιπλά από χαλύβδινο σωλήνα.
Το Μπάουχαους επέδειξε ισχυρό ενδιαφέρον και για τις παραστατικές τέχνες. Το θεατρικό εργαστήριο της σχολής άρχισε να λειτουργεί το 1921 και αποτέλεσε ένα χώρο πειραματισμών, με έμφαση στη χρήση της κίνησης, του φωτός, της σκιάς και των χρωμάτων. Τα παραστατικά συμβάντα στο Μπάουχαους εκκινούν από μία διεπιστημονική προσέγγιση που ενσωμάτωνε τις αξίες του κινήματος χρησιμοποιώντας νέα εργαλεία, όπως η στυλιζαρισμένη κίνηση του σώματος στον σκηνικό χώρο και η χρήση της μάσκας και του κοστουμιού ως κεντρικών μέσων καλλιτεχνικής έκφρασης.
Πρώτος υπεύθυνος του εργαστηρίου ήταν ο εξπρεσιονιστής Lothar Schreyer [Λόταρ Σρέγιερ] που διαμόρφωσε δικό του θεατρικό ιδίωμα, κατά το οποίο έβλεπε το έργο ως ολοτέχνημα [Gesamtkunstwerk], όπου δεν υπήρχε πλοκή, ο λόγος ήταν ένα ρυθμικό συνονθύλευμα από τραυλίσματα, τραγούδια και κραυγές, ενώ υπήρχε πάντοτε ένα σενάριο που ακολουθούνταν πιστά.
Καθοριστική μορφή του θεατρικού εργαστηρίου ήταν ο Oscar Schlemmer [Όσκαρ Σλέμερ], πολύπλευρη προσωπικότητα με κυβιστικές αισθητικές καταβολές, ο οποίος εισήγαγε νέες έννοιες στη σκηνική τέχνη, συνδυάζοντας πτυχές του θεάτρου, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής και του σχεδιασμού, με στόχο να εξερευνήσει τη σχέση μεταξύ ανθρώπινου σώματος και χώρου. Σημαντική συμβολή του είναι η εννοιολόγηση του ανθρώπου ως χορευτή [Τanzermensch] όπου το ανθρώπινο σώμα δημιουργεί στον χώρο πλήθος ρευστών και οργανικών κινήσεων που έρχονται σε αντίστιξη με τον πιο αυστηρό και αφηρημένο, κυβιστικό χώρο της αρχιτεκτονικής και της σκηνής.
Το εμβληματικό έργο ζωής του Schlemmer ήταν το Τριαδικό Μπαλέτο [Triadisches Ballett], το 1922, το οποίο αποκαλείται και αντι-μπαλέτο ή μοντερνιστικό μπαλέτο. Στο έργο αυτό, συμπυκνώνοντας τις αξίες του Μπάουχαους, εστίασε στη γεωμετρία και την αφαίρεση, υλοποιώντας μια πρωτοποριακή, μη ρεαλιστική απόδοση της ανθρώπινης μορφής στις παραστατικές τέχνες. Οι χορευτές παρουσιάζονταν ως «κινητά γλυπτά», φορούσαν φουτουριστικά και αφαιρετικά κοστούμια κατασκευασμένα από ασυνήθιστα υλικά, όπως χαρτί, ξύλο και γυαλί, που απέκρυπταν τις φυσικές αναλογίες του σώματος, μετατρέποντάς τους σε αφηρημένες, μηχανικές φιγούρες που εκτελούν καθαρές, ακριβείς, ουδέτερες και σχηματικές κινήσεις. Η σκηνογραφία και η χορογραφία ακολουθούσαν αυστηρά γεωμετρικά μοτίβα, όπως κύκλους, τετράγωνα και διαγώνιες γραμμές, υπογραμμίζοντας την έννοια της «αρχιτεκτονικής του χώρου». Η μουσική και ο φωτισμός ήταν αφαιρετικά, στοχεύοντας στη δημιουργία μιας συνολικής αισθητικής εμπειρίας.
Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του Μπάουχαους παρουσιάστηκαν πλήθος άλλων παραστατικών συμβάντων, όπως η Σταύρωση [Crucifixion] και ο Παιδικός Θάνατος [Kindersterben] του Schreyer και το Μηχανικό Μπαλέτο [Mechanische Ballet] των Smidt [Σμίτ] και Teltscher [Τέλτσερ].
Οι αρχές του Μπάουχαους συνεχίζουν να επηρεάζουν σημαντικά το σύγχρονο πεδίο της ζωντανής τέχνης (live art), των παραστατικών τεχνών και του θεάτρου, ως προς την πειραματική τους διάσταση πάνω στην στυζιλαρισμένη και μηχανική κίνηση του ανθρώπινου σώματος στη σκηνή, σε συνδυασμό με την αφαιρετική αισθητική στον σκηνικό χώρο, τη μάσκα και το κοστούμι.