Οι παραστάσεις του σχολικού θεάτρου διοργανώνονται είτε αυτοτελώς είτε στο πλαίσιο σχολικών γιορτών και αποτελούν σημαντικά σχολικά γεγονότα, τα οποία ανοίγουν το σχολείο προς την ευρύτερη κοινότητα και κοινωνία. Ως αίθουσα θεάτρου χρησιμοποιείται συνήθως η αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου ή, εναλλακτικά, το γυμναστήριο, η αυλή ή ακόμη και μία απλή τάξη. Χρέη σκηνοθέτη/σκηνοθέτριας εκτελεί συνήθως κάποιος/κάποια εκπαιδευτικός, ενώ οι μαθητές και οι μαθήτριες συμμετέχουν δημιουργικά με διαφορετικές ιδιότητες ως ηθοποιοί, κειμενογράφοι, ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, φωτιστές κ.ο.κ. Το κείμενο μπορεί να είναι η διασκευή ενός προϋπάρχοντος έργου ή μια εντελώς νέα δραματουργική σύνθεση.
Μέσα από τη θεατρική διαδικασία και την έκθεση στο κοινό οι μαθητές και οι μαθήτριες κοινωνικοποιούνται, αναπτύσσουν συνεργατικές δεξιότητες, καλλιεργούν το καλλιτεχνικό αισθητήριό τους και γνωρίζουν διάφορες μορφές τέχνης, όπως η λογοτεχνία, η μουσική και οι εικαστικές τέχνες, οι οποίες συνυπάρχουν και συνεργάζονται σε μια θεατρική παράσταση. Ταυτόχρονα, μέσω της διερεύνησης του ρόλου και της εμβάθυνσης σε αυτόν προετοιμάζονται για τους κοινωνικούς ρόλους που θα κληθούν να επιτελέσουν στην ενήλικη ζωή τους.
Η ιστορία του σχολικού θεάτρου είναι μακρά. Εκπαιδευτικά θεατρικά έργα γράφονταν ήδη από την Αναγέννηση για να παρουσιαστούν από μαθητές σχολείων συνήθως σε λατινική γλώσσα, παράδοση η οποία διατηρήθηκε περισσότερο στο ιησουιτικό θέατρο, όρος που αναφέρεται σε έργα τα οποία γράφτηκαν στα λατινικά για να παιχτούν από μαθητές στις ιερατικές σχολές (κολλέγια) των Ιησουιτών. Το θέατρο θεωρούνταν αναπόσπαστο μέρος του εκπαιδευτικού συστήματος, ως διδακτικό αντικείμενο στο πρόγραμμα σπουδών και ως παράσταση με ετήσιες περίτεχνες θεατρικές παραγωγές, οι οποίες εξυπηρετούσαν τόσο εκπαιδευτικούς όσο και θρησκευτικούς σκοπούς. Μέσω των παραστάσεων του ιησουιτικού θεάτρου οι μαθητές διδάσκονταν λατινικά, ρητορική και δραματική τέχνη. Η τεχνική αρτιότητα των παραστάσεων αυτών ήταν εντυπωσιακή, με εξαιρετικά σκηνικά, λαμπρά κοστούμια, ακόμη και περίτεχνα φωτιστικά εφέ· προσεκτικά δομημένα σενάρια τόνιζαν θέματα αρετής, δικαιοσύνης και θρησκευτικής αφοσίωσης. Μέχρι την κατάργηση του τάγματος των Ιησουιτών το 1773, εκατό χιλιάδες σχολικά θεατρικά έργα παίχτηκαν σε πάνω από πεντακόσια κολλέγια, πρώτα στην Ευρώπη, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος του γνωστού τότε κόσμου, ως μια αποτελεσματική μέθοδος προπαγάνδας για τη διάδοση της καθολικής πίστης. Ο πλούτος των ιησουιτικών παραστάσεων κατέστησε το είδος αυτό διδακτικού θεάτρου σημαντικό αντίπαλο των δημόσιων θεάτρων και επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη της θεατρικής τέχνης.
Στα αγγλικά σχολεία (π.χ. στο Ήτον [Eaton]) και κολλέγια (π.χ. στο κολλέγιο Κράιστς του Κέιμπριτζ [Christ’s College Cambridge]) σημειώνεται θεατρική δραστηριότητα ήδη από τις αρχές του 16ου αι., η οποία εμπλουτίζεται τους επόμενους αιώνες με επίκεντρο τη δραματική κληρονομιά του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] μέσω της οποίας οι μαθητές ενθαρρύνονταν να ασχοληθούν με το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Ομοίως, στη Γαλλία, το έργο του Molière [Μολιέρος] κατέχει μία κεντρική θέση στο σχολικό ρεπερτόριο, με τους μαθητές να παίζουν τις κωμωδίες χαρακτήρων του, αποσκοπώντας όχι μόνο στην εμβάθυνση στη γαλλική γλώσσα και την εξάσκηση της ρητορικής, αλλά και στην όξυνση της κριτικής σκέψης και την καλλιέργεια της ηθικής.
Στην Ελλάδα, το σχολικό θέατρο εμφανίζεται σε πρώιμη μορφή τον 17ο αι., με τις παραστάσεις θρησκευτικών δραμάτων σε κολλέγια, μονές και εκπαιδευτήρια, τα οποία λειτουργούσαν σε νησιά του Αιγαίου, όπως η Νάξος και η Χίος, ενώ στα χρόνια του νεοελληνικού διαφωτισμού, τα ελληνικά σχολεία της Σμύρνης, των Κυδωνιών, της Οδησσού και των παραδουνάβιων ηγεμονιών, ανέπτυξαν θεατρική δραστηριότητα. Οι παραστάσεις που φιλοξενούνται στα σχολεία των ελληνικών παροικιών τα προεπαναστατικά χρόνια αποσκοπούν στην καλλιέργεια του πατριωτικού και δημοκρατικού αισθήματος, με απώτερο στόχο την εθνική αφύπνιση και απελευθέρωση. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, διατηρείται μεν ο παιδαγωγικός χαρακτήρας του θεάτρου, αλλά αναπλαισιώνονται οι στόχοι του, καθώς η δημοκρατική αγωγή και η ελευθεροφροσύνη δίνουν τη θέση τους στην αρχαιογνωσία.
Με την άνοδο της δημόσιας εκπαίδευσης τον 19ο αι., το θέατρο καθίσταται σημαντικό εργαλείο για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, της ιστορίας και των κοινωνικών αξιών στα ευρωπαϊκά σχολεία. Σχολεία σε χώρες όπως η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία αρχίζουν να ενσωματώνουν θεατρικές παραστάσεις στα προγράμματα σπουδών τους.
Στις αρχές του 20ού αι., θεωρητικοί, όπως ο John Dewey [Τζων Ντιούι] με τη θεμελίωση της βιωματικής μάθησης, ο Rudolf Steiner [Ρούντολφ Στάινερ] με τη μέθοδο Waldorf-Steiner και ο Jean Piaget [Ζαν Πιαζέ] με τον εποικοδομισμό, ενίσχυσαν την πεποίθηση για την εξαιρετική συμβολή του θεάτρου στο σχολείο. Έτσι, θεατρικές λέσχες και εξωσχολικά θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα διαδίδονται όλο και περισσότερο, παρέχοντας στους μαθητές θεσμοθετημένες ευκαιρίες για να συμμετέχουν σε έργα και παραστάσεις.
Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα γράφονται από συγγραφείς, όπως οι Γεώργιος Κούρτης, Χαρίκλεια Μελανδινού, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Φλωρεντία Φουντουκλή, θεατρικά έργα, μονόλογοι, διάλογοι και μικρές σκηνές με σκοπό να παιχτούν στο σχολείο και, μέσα από την ψυχαγωγία και την επαφή με την καλλιτεχνική δημιουργία, να νουθετήσουν τους μαθητές και τις μαθήτριες. Κατά τον Μεσοπόλεμο, η Ευφροσύνη Λόντου-Δημητρακοπούλου και η Αντιγόνη Μεταξά, γράφουν θεατρικά έργα για παιδιά, με στόχο να πλάσουν δραματικούς χαρακτήρες ως πρότυπα με βάση τους κανόνες της καλής αγωγής. Σύμφωνα με το εκπαιδευτικό ρεύμα της Νέας Αγωγής, που αναπτύχθηκε εκείνη την περίοδο, το θέατρο αποκτά ξεχωριστή θέση στην εγκύκλιο εκπαίδευση, προωθώντας τη συνεργασία της ομάδας, την προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια των μαθητών και την απελευθέρωση της φαντασίας τους.
Ο σημαντικός θεατρικός συγγραφέας και κριτικός Βασίλης Ρώτας γράφει τον Οδηγό για σχολικές παραστάσεις το 1930 και την Εισαγωγή στο Θέατρο του Σχολείου το 1933 με σκοπό να υποστηρίξει τους/τις εκπαιδευτικούς, παρέχοντάς τους οδηγίες σχετικά με την οργάνωση μιας παράστασης. Με το σχολικό θέατρο συνδέεται στο πρώτο μισό του 20ού αι. και ο Κάρολος Κουν [Karolos Koun], ο οποίος το είχε γνωρίσει ως μαθητής στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης, και αργότερα ως καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου επιμελήθηκε πολυάριθμες σχολικές παραστάσεις.
Από τα μέσα του 20ου αι. έως σήμερα, η ανάπτυξη θεατρικής δραστηριότητας εντός του σχολείου εδραιώνεται σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, οδηγώντας στην εισαγωγή ειδικού μαθήματος, στη θεσμοθέτηση των σχολικών παραστάσεων και στη λειτουργία ειδικών θεατρικών τμημάτων και θεατρικών ομίλων σε πολλά σχολεία. Στην Ελλάδα, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, εκδίδονται προεδρικά διατάγματα τα οποία εισάγουν την αισθητική αγωγή, που συμπεριλαμβάνει και τη θεατρική αγωγή, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ως επίσημο μάθημα στα δημοτικά σχολεία. Εκπαιδεύονται και διορίζονται επαγγελματίες καλλιτέχνες, δάσκαλοι Αισθητικής Αγωγής, μουσικής, εικαστικών και χορού, και συγγράφονται ειδικά σχολικά εγχειρίδια από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Ιδιαίτερη ώθηση στην ανάπτυξη του σχολικού θεάτρου δίνει και η ίδρυση των Τμημάτων Θεατρικών Σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το 1989, τα οποία στελεχώνουν τα σχολεία με εξειδικευμένους/ες επιστήμονες θεατρολόγους.