"Sklovskij's able apologia for poetry had a considerable influence on subsequent Formalist theorizing. His key terms, e.g., 'making it strange', 'automatization', 'perceptibility', received wide curency in the writings of the Russian Formalists. But; on the whole, Sklovskij's argument was more typical of Formalism as a rationale for poetic experimentation than as a systematic methodology of literary scholarship. The formalists' attempt to solve the fundamental problems of literary theory in close alliance with modern linguistics and semiotics found its most succinct expression in the studies of Roman Jakobson. "The function of poetry", wrote Jakobson in 1933, "is to point out that the sign is not identical with its referent. Why do we need this reminder?" "Because", continued Jakobson, "along with the awareness of the identity of the sign and the referent (A is A1), we need the consciousness of the inadequacy of this identity (A is not A1); this antinomy is essential, since without it the connection between the sign and the object becomes automatized and the perception of reality withers away." Jakobson's tersely abstract definition of the poetic quality paralleled in many respects Sklovskij's eulogy of the creative act. Both critics credited poetry with enhancing our mental health by counteracting the pernicious tendency toward the 'automatization' of our responses. But Jakobson's emphasis is somewhat different from Sklovskij's. To Jakobson, the immediate critical problem is not the interaction between the perceiving subject and the object perceived, but the relationship between the 'sign' and the 'referent'; not the reader's attitude toward reality, but the poet's attitude toward language."
«Η εύγλωττη υπεράσπιση της ποίησης εκ μέρους του Σκλόφσκι άσκησε σημαντική επιρροή στις μετέπειτα θεωρήσεις του φορμαλισμού. Οι βασικοί του όροι, όπως η «ανοικείωση», η «αυτοματοποίηση» και η «αντιληπτότητα», γνώρισαν ευρεία αποδοχή στα γραπτά των Ρώσων φορμαλιστών. Σε γενικές γραμμές, όμως, το επιχείρημα του Σκλόφσκι υπήρξε πιο χαρακτηριστικό του φορμαλισμού ως αιτιολόγησης του ποιητικού πειραματισμού παρά ως συστηματικής μεθοδολογίας της λογοτεχνικής μελέτης. Η προσπάθεια των φορμαλιστών να επιλύσουν τα θεμελιώδη ζητήματα της λογοτεχνικής θεωρίας σε στενή συνάρτηση με τη σύγχρονη γλωσσολογία και τη σημειωτική βρήκε την πιο ευσύνοπτη έκφρασή της στις μελέτες του Ρόμαν Γιάκομπσον. «Η λειτουργία της ποίησης», έγραφε ο Γιάκομπσον το 1933, «είναι να επισημάνει ότι το σημείο δεν είναι ταυτόσημο με το αντικείμενο αναφοράς του. Γιατί χρειαζόμαστε αυτήν την υπενθύμιση;» «Διότι», συνέχιζε ο Γιάκομπσον, «παράλληλα με την επίγνωση της ταυτότητας του σημείου και του αντικειμένου αναφοράς (το Α είναι το Α1), έχουμε ανάγκη και την επίγνωση της ανεπάρκειας αυτής της ταυτότητας (το Α δεν είναι το Α1)· αυτή η αντινομία είναι ουσιώδης, διότι χωρίς αυτήν η σχέση σημείου και αντικειμένου αυτοματοποιείται και η αντίληψη της πραγματικότητας εξασθενεί». Ο συνοπτικά αφηρημένος ορισμός της ποιητικότητας του Γιάκομπσον παρουσιάζει, σε πολλά σημεία, αντιστοιχίες με το εγκώμιο του Σκλόφσκι για τη δημιουργική πράξη. Και οι δύο θεωρητικοί αναγνωρίζουν ότι η ποίηση βελτιώνει την πνευματική υγεία μας, καθώς αντιμάχεται την επιζήμια τάση για «αυτοματοποίηση» των αντιδράσεών μας. Αλλά η έμφαση του Γιάκομπσον διαφοροποιείται κάπως από εκείνη του Σκλόφσκι. Για τον Γιάκομπσον, το άμεσο κριτικό πρόβλημα δεν είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ του αντιληπτικού υποκειμένου και του αντικειμένου που γίνεται αντιληπτό, αλλά η σχέση μεταξύ «σημείου» και «αντικειμένου αναφοράς»· όχι η στάση του αναγνώστη απέναντι στην πραγματικότητα, αλλά η στάση του ποιητή απέναντι στη γλώσσα.»
Οι κάπως διαφορετικές αντιλήψεις των Shklovsky και Jakobson για την ποιητικότητα και τον ποιητικό λόγο.
Erlich, V. (1980), Russian Formalism: History – Doctrine. The Hague: Mouton Publishers, σσ.180-181