Τα θερινά θέατρα λειτουργούν εποχιακά, κατά τη θερινή περίοδο, εντός του αστικού ιστού, σε αντίθεση με τα υπαίθρια θέατρα τα οποία συνήθως αποτελούν αρχιτεκτονικές κατασκευές ανοικτού τύπου που βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο, συχνά εκτός του αστικού ιστού. Πρόκειται για θέατρα τα οποία φιλοξενούν εποχιακά σχήματα, άλλοτε μόνιμα για μία θεατρική περίοδο και άλλοτε περιοδεύοντες θιάσους. Τα θέατρα αυτά διαθέτουν ως επί το πλείστον μετωπικού τύπου σκηνή (ορισμένες εξ αυτών με μόνιμους σκηνικούς μηχανισμούς και με τη δυνατότητα χωροθέτησης μικρής ορχήστρας-pit), ευρύχωρες πλατείες (χώρους θεατών/θεατριών) με φορητά καθίσματα και δάπεδο από χαλίκι ή άλλο φυσικό υλικό.
Τα θερινά θέατρα αναπτύχθηκαν κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ανταποκρινόμενα στην ανάγκη ψυχαγωγίας του κοινού των πόλεων κατά τους θερινούς μήνες, όταν οι υψηλές θερμοκρασίες δεν επέτρεπαν στα κλειστά χειμερινά θέατρα να λειτουργήσουν. Αρκετά θερινά θέατρα κατασκευάστηκαν μέσα ή κοντά σε πάρκα και κήπους ή παράκτια, εκμεταλλευόμενα τη βραδινή δροσιά των καλοκαιρινών μηνών και την τουριστική κίνηση, ενώ άλλα λειτούργησαν στην καρδιά του αστικού ιστού. Το ρεπερτόριο των θερινών θεάτρων ποικίλλει από κλασικά και σύγχρονα έργα, όπερες και οπερέτες, μέχρι ελαφρά ή και λαϊκά θεάματα, αλλά και σύγχρονες δημιουργίες, ενώ συχνά επαναλαμβάνονται θεατρικές επιτυχίες που παρουσιάστηκαν κατά τη χειμερινή περίοδο.
Στην Ελλάδα τα θερινά θέατρα άνθισαν για εκατό περίπου χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1870 έως τη δεκαετία του 1990. Λειτουργούσαν σε καθημερινή βάση κατά τη θερινή περίοδο, τις βραδινές ώρες, στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα. Σχετικά παραδείγματα αποτελούν τα παριλίσια θέατρα «Απόλλων», «Άντρον των Νυμφών» και «Θέατρον των Ιλισίδων Μουσών», τα θερινά θέατρα που λειτουργούσαν στον Φαληρικό Όρμο («Θέατρον Φαλήρου»), το «Θέατρο Ομονοίας», το «Θέατρο Βέρδη» των Πατρών, καθώς και ένα πλήθος θερινών θεάτρων που λειτούργησαν άλλοτε σταθερά και άλλοτε περιστασιακά στις πόλεις των Ιονίων Νήσων, στην Ερμούπολη, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και σε μικρότερες ελληνικές πόλεις.
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο αριθμός των θερινών θεάτρων πολλαπλασιάστηκε, καθώς κατεξοχήν θεατρική περίοδος ήταν η θερινή. Ξεχωρίζουν το θέατρο «Βαριετέ» ως θερινή στέγη της Νέας Σκηνής του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου [Konstantinos Christomanos], το θέατρο «Νεαπόλεως», το «Αθήναιον», το «Θέατρον Φαλήρου» και κατά τη δεκαετία του 1930 και εξής τα «Μαρίκα», «Καζινό», τα θερινά θέατρα της περιοχής του Μεταξουργείου, η «Μάντρα», η «Μπομπονιέρα» στην Κηφισιά και το «Θέατρο των Νέων» στο Παγκράτι. Το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα και προσέλευση τέτοιο θερινό θέατρο με μια αξιοθαύμαστη διάρκεια από τη Μεταπολίτευση και μετά και με εντυπωσιακή πληρότητα είναι το «Δελφινάριο» στο Φάληρο (1600 θέσεις, ένα θέατρο συνώνυμο της επιθεώρησης και της ελαφράς θερινής διασκέδασης).
Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα άρχισε να φθίνει σταδιακά η δημοτικότητα των θερινών θεάτρων ελεύθερου ρεπερτορίου και ένας μεγάλος αριθμός από αυτά μετατράπηκε σε κλειστά χειμερινά ή κινηματογράφους. Στις μέρες μας τα θερινά θέατρα τείνουν να εξαφανιστούν, παραχωρώντας τη θέση τους στα ανοικτά υπαίθρια θέατρα και στις αναστυλωμένες σκηνές των αρχαίων θεάτρων ή στους χώρους δραστηριοποίησης των θερινών φεστιβάλ, κάποιοι από τους οποίους αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο μοντέλο του θερινού και του χειμερινού θεάτρου. Κάποια εμβληματικά αθηναϊκά θερινά θέατρα τα οποία επιβίωσαν έως τις αρχές του 21ου αιώνα είναι το «Αθήναιον» (έπαψε να λειτουργεί το 2011 και κατεδαφίστηκε το 2019) και «Παρκ» (έκλεισε το 2012) –αμφότερα πλησίον του Πεδίου του Άρεως– και το θερινό θέατρο «Λαμπέτη», το οποίο λειτουργεί έως σήμερα.