Ο κριτικός ρεαλισμός διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα μέσα από τη συμβολή θεωρητικών και δημιουργών που προέρχονταν από διαφορετικά επιστημονικά και καλλιτεχνικά πεδία, όπως η φιλοσοφία, η λογοτεχνική θεωρία, η κοινωνιολογία και η αισθητική. Κοινός τους στόχος ήταν η υπέρβαση του απλού περιγραφικού ρεαλισμού, μέσω μιας προσέγγισης που δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά επιδιώκει την ερμηνεία και την κριτική της.
Ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του κριτικού ρεαλισμού υπήρξε ο György Lukács [Γκέοργκ Λούκατς], ενώ στο πλαίσιο της μαρξιστικής λογοτεχνικής κριτικής, ο Antonio Gramsci [Αντόνιο Γκράμσι] διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη θεωρητική θεμελίωση του ρεύματος, ιδιαίτερα μέσα από την έννοια της «ηγεμονίας», μέσω της οποίας κατέδειξε ότι η απεικόνιση της πραγματικότητας δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αλλά πάντα ενέχει ιδεολογική φόρτιση.
Στον χώρο του θεάτρου, ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], αν και περισσότερο γνωστός για το επικό θέατρο, μπορεί να θεωρηθεί βασικός εκφραστής του κριτικού ρεαλισμού. Ανέπτυξε θεατρικές τεχνικές που αποσκοπούσαν στην ανοικείωση, την κατάργηση της συναισθηματικής ταύτισης και την ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης του κοινού. Στα θεωρητικά του κείμενα, όπως στο Μικρό όργανο για το θέατρο [Kleines Organon für das Theater] (1949), υποστήριξε ότι το θέατρο οφείλει να αποκαλύπτει τις κοινωνικές αντιφάσεις, επιτρέποντας στο κοινό να τις αναλύει και να τις αμφισβητεί. Η αισθητική του Brecht βασιζόταν στη διαλεκτική σκέψη και στην πεποίθηση ότι η τέχνη δεν πρέπει να λειτουργεί ως παθητική αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά ως μέσο για την ανατροπή της.
Σημαντικός εκφραστής του κριτικού ρεαλισμού στο αμερικανικό θέατρο υπήρξε ο Arthur Miller [Άρθουρ Μίλλερ], ο οποίος μέσα από έργα όπως Ο θάνατος του εμποράκου [Death of a Salesman] (1949) ανέδειξε την αποξένωση του ατόμου και την κρίση του αμερικανικού ονείρου, ασκώντας κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα και στις αυταπάτες που αυτό καλλιεργεί. Αντίστοιχα, ο Tennessee Williams [Τεννεσσή Ουίλλιαμς], στο έργο Λεωφορείον «Ο Πόθος» [A Streetcar Named Desire] (1947) παρουσίασε τη σύγκρουση ρομαντισμού και ωμού ρεαλισμού στο πλαίσιο μιας ταξικά διαμορφωμένης κοινωνίας. Στη νεοελληνική δραματουργία, εκπρόσωποι του κριτικού ρεαλισμού υπήρξαν μεταξύ άλλων οι Ιάκωβος Καμπανέλλης, Δημήτρης Κεχαΐδης, Γιώργος Σκούρτης, Μάριος Ποντίκας, Παύλος Μάτεσις και Κώστας Μουρσελάς.
Στη σύγχρονη σκηνή, ο κριτικός ρεαλισμός εκφράζεται από θεατρικούς δημιουργούς όπως η Caryl Churchill [Κάρυλ Τσέρτσιλ], η οποία στο έργο Κορίτσια καριέρας [Top Girls] (1982) ανέδειξε τις επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισμού στις ζωές των γυναικών, ενώ ο σκηνοθέτης Ivo van Hove [Ίβο βαν Χόβε] αξιοποιεί στοιχεία κριτικού ρεαλισμού για να αναδείξει τις προβληματικές διαστάσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Παράλληλα, ο κριτικός ρεαλισμός βρίσκει πρόσφορο εκφραστικό πεδίο στο σύγχρονο θέατρο τεκμηρίωσης, το οποίο επεξεργάζεται κριτικά την πραγματικότητα μέσω μαρτυριών, αρχειακού υλικού και άλλων τεκμηρίων.
Στο πεδίο της όπερας, ιδίως στη γερμανική λυρική σκηνή του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, ο κριτικός ρεαλισμός βρήκε έκφραση κυρίως σε επίπεδο σκηνοθεσίας και σκηνικής ερμηνείας. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι της τάσης αυτής θεωρούνται οι σκηνοθέτες Walter Felsenstein [Βάλτερ Φέλσενσταϊν], Joachim Hertz [Γιοακίμ Χερτς], Götz Friedrich [Γκετς Φρήντριχ], Harry Kupfer [Χάρρυ Κούπφερ] και η σκηνοθέτρια και διευθύντρια του Berliner Ensemble, Ruth Berghaus [Ρουθ Μπέργκχαους].
Σημειώνεται ότι ο όρος κριτικός ρεαλισμός επιβιώνει στη σύγχρονη εποχή (με βασικό εκπρόσωπο τον Roy Bhaskar [Ρόυ Μπασκάρ]), ωστόσο με διαφορετικό θεωρητικό περιεχόμενο, καθώς επανασημασιοδοτείται στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της επιστήμης, μετατοπίζοντας την έννοια του «κριτικού» στοιχείου από την πρωτίστως αισθητική ή ιδεολογική κριτική προς τη φιλοσοφική κριτική του εμπειρισμού και του θετικισμού και την επίγνωση των ορίων, της ιστορικότητας και της μεσολαβημένης φύσης της γνώσης μας απέναντι στην κοινωνία.