Thymele Logo
Search

μονόλογος [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 6
Videos Icon 1
[1]

Ορισμός

Μορφή θεατρικού λόγου που εκφέρεται από ένα δραματικό πρόσωπο χωρίς διαλογική διάδραση, ευρισκόμενο μόνο του επί σκηνής (με αποδέκτη συνήθως τον εαυτό του) ή απευθυνόμενο σε επί σκηνής ή εκτός σκηνής αποδέκτη/τρια (πραγματικό/ή ή νοητό/ή), με σκοπό την έκφραση σκέψεων, συναισθημάτων, προθέσεων ή ενεργειών.

Ανάπτυξη

Στην ελληνική γλώσσα, ο μονόλογος μπορεί να σημαίνει:


α) Μια εκτενή ρήση, την οποία εκφέρει μόνο του επί σκηνής ένα δραματικό πρόσωπο κατά διάρκεια της δράσης, απευθυνόμενο συνήθως είτε στον εαυτό του είτε σε έναν ατομικό ή συλλογικό αποδέκτη/τρια (άλλο πρόσωπο, θεό, ζώο, αντικείμενο, κοινό) που απουσιάζει από τη σκηνή. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να πρόκειται για:


  1. έναν ενδοκειμενικό, κυριολεκτικά «μοναχικό» μονόλογο, με τον οποίο το δραματικό πρόσωπο εξωτερικεύει σκέψεις, συναισθήματα, εντάσεις κ.ά.· πρόκειται για μορφή που σε άλλες γλώσσες διακρίνεται εννοιολογικά (soliloquy, soliloque, soliloquio, Selbstgespräch κ.ά.)· κάτι που δεν συμβαίνει στα ελληνικά, όπου η λέξη μονόλογος συνήθως συνοδεύεται από κάποιον επιθετικό προσδιορισμό («μοναχικός», «στοχαστικός», «εσωτερικός», με τον τελευταίο να παραπέμπει στον ευρέως διαδεδομένο όρο «ροή συνείδησης» [stream of consciousness], στην περίπτωση της μοντερνιστικής λογοτεχνίας). Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι μονόλογοι του Άμλετ, του Οθέλλου, του Δον Ζουάν και του Ταρτούφου στα φερώνυμα έργα του William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] και του Molière [Μολιέρος]·
  2. μια επίσης εκτενή και μοναχική επί σκηνής μονολογική ρήση (προλογική, ενδιάμεση ή επιλογική), με κυρίως πληροφοριακή λειτουργία· εξ ου και ο χαρακτηρισμός αυτού του είδους μονολόγου ως «τεχνικού», «εκθετικού», «αφηγηματικού», «διηγητικού», «πληροφοριακού» ή «πλαισιωτικού». Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι μονολογικοί πρόλογοι πρωταγωνιστικών ή δευτεραγωνιστικών προσώπων σε αρκετές σωζόμενες αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες.


Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, ο βασικός αποδέκτης/τρια του μονολόγου —ο οποίος/η οποία δεν απευθύνεται άμεσα σε κάποιον/κάποια παριστάμενο/η επί σκηνής «εσωτερικό» αποδέκτη/τρια και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη λεκτικής ανταλλαγής και επικοινωνίας— είναι το ίδιο το θεατρικό κοινό, το οποίο, μέσω του μονολογικού αγωγού, λαμβάνει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη δραματική κατάσταση, το δραματικό παρελθόν της, τους δραματικούς χαρακτήρες, τις συγκρούσεις που βιώνουν κ.ά.


β) Πέραν των παραπάνω περιπτώσεων «μοναχικής» μονολογικής εκφοράς του θεατρικού λόγου, ως μονόλογοι χαρακτηρίζονται επίσης συχνά —στον προφορικό και στον γραπτό, τον ακαδημαϊκό και τον δημόσιο λόγο— οι μακροσκελείς ρήσεις δραματικών προσώπων («τιράντες»). Οι ρήσεις αυτές δεν διακόπτονται από διαλογικές παρεμβάσεις, παρουσιάζουν υψηλό βαθμό δομικής αυτονομίας από τα δραματικά συμφραζόμενα και συνήθως προσλαμβάνονται ως οιονεί μονολογικές «διακηρύξεις», «επιχειρηματολογίες», «εσωτερικές παλινδρομήσεις» ή «εξομολογήσεις». Ωστόσο, εκφέρονται πάντοτε ενώπιον τουλάχιστον ενός ή περισσότερων αποδεκτών/τριών, ομιλούντων ή/και μη-ομιλούντων, και το υποκείμενο του λόγου έχει επίγνωση της παρουσίας τους (όπως για παράδειγμα, οι μείζονες ρήσεις της Μήδειας στη φερώνυμη ευριπίδεια τραγωδία, που εκφέρονται με επί σκηνής παρόντα τουλάχιστον τον Χορό).


γ) Στην ελληνική γλώσσα ο όρος «μονόλογος» —συχνά με τον επιθετικό προσδιορισμό «θεατρικός», «δραματικός» ή «σκηνικός»— χαρακτηρίζει τα μονοπρόσωπα και, μορφοτυπικά ή επί της ουσίας, μονόπρακτα έργα, είτε σε επίπεδο δραματικών ρόλων είτε σε επίπεδο σκηνικών προσώπων. Πρόκειται για έργα που εστιάζουν και εμψυχοποιούνται από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο μονοπωλεί τη σκηνική δράση, απευθυνόμενο ή όχι σε κάποιον/κάποια επί σκηνής παρόντα/παρούσα ή φανταστικό/ή βουβό/ή αποδέκτη/τρια, όπως συμβαίνει στους μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης του Γιάννη Ρίτσου [Giannis Ritsos]. Ο όρος «μονόδραμα» χρησιμοποιείται ενίοτε για να προσδιορίσει τέτοιου είδους μονοπρόσωπα έργα, τόσο στο θέατρο όσο και στην όπερα (όπου απαντά και ο όρος «μονο-όπερα»), χωρίς ωστόσο να έχει επικρατήσει στην ελληνική γλώσσα για τον ορισμό αυτού του είδους αυτοτελούς μονολόγου.


Η μονολογικότητα προσδίδει στο αναπαριστώμενο έργο έναν αντι-ρεαλιστικό, αναληθοφανή, αντι-ψευδαισθητικό χαρακτήρα, ο οποίος αντιμετωπίζεται και ενσωματώνεται με διαφορετικό τρόπο στα επιμέρους δραματικά είδη. Επιπλέον, δημιουργεί υψηλές απαιτήσεις δεξιοτεχνίας εκ μέρους του ερμηνευτή / της ερμηνεύτριας, καθώς αποτελεί το κατ’ εξοχήν πεδίο ανάδειξης του υποκριτικού τους ταλέντου.

Εναλλακτικές Εκδοχές

θεατρικός μονόλογος, δραματικός μονόλογος
Αγγλικά
monologue/soliloquy
Γαλλικά
monologue/soliloque, le
Γερμανικά
Monolog/Selbstgespräch, der
Ιταλικά
monologo/soliloquio, il

Συνώνυμα

μονόδραμα, μονοπρόσωπο έργο

Σχετικοί όροι

μείζων ρήση (τιράντα), εσωτερικός μονόλογος, μοναχικός (στοχαστικός-λυρικός) μονόλογος, σόλο επιτέλεση, άρια

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«ΑΙΔΟΙΩΝ ΜΟΝΟΛΟΓOI: Πόση αιδώ κρύβει μια λέξη κι ένα σημείο της γυναικείας ανατομίας; Πόσες άγνωστες και γνωστές εμπειρίες ένας μονόλογος; Και πόση συνειδητοποίηση ένα βραβευμένο έργο που μιλάει για τη Γυναίκα αλλά απευθύνεται σε όλους/ες; Ιστορίες βασισμένες σε συνεντεύξεις 200 πανανθρώπινων γυναικών που προκαλούν γέλιο, συγκίνηση, αναστάτωση, λύπη, συμπάθεια κι έχουν στόχο να προκαλέσουν. Ένα ευαίσθητο θέμα που παραμένει ταμπού ακόμα και σήμερα, το Αιδοίο, ο Γυναικείος Αυνανισμός, οι Λεσβίες αλλά και η βίαιη πραγματικότητα των εκατοντάδων χιλιάδων βιασμών και σεξουαλικών επιθέσεων κάθε χρόνο, σε όλο τον κόσμο, στο διπλανό σπίτι… Το θεατρικό περιέχει τόσο ποιήματα που μεταφέρουν την εμπειρία της συγγραφέως όσο και αφηγήσεις που, προωθώντας τον λόγο των ίδιων των γυναικών, σε προσκαλούν να αναλογιστείς τις εμπειρίες τους… Η Ένσλερ αποδεικνύει μέσα από τα γέλια, τα δάκρυα και τα ρίγη που προκαλούν οι ιστορίες/μονόλογοι ότι το αιδοίο είναι ένα κοινό σημείο συνάντησης για άντρες και γυναίκες... σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα αναλόγιο για τη γυναίκα και την απαραίτητη απελευθέρωση που χρωστάει στον εαυτό της, αλλά άλλο τόσο και στον άντρα που ακόμα δεν έχει ξεκολλήσει από άθλια στερεότυπα.»

Απόσπασμα σημειώματος για το θεατρικό έργο της Eve Ensler, The Vagina Monologues [Αιδοίων Μονόλογοι]. Μετάφραση: Σταυρούλα Αλεξάκη.

Quote Icon

(Ένας νεαρός αξιωματικός της φρουράς είχε ζητήσει να γίνει δεκτός απ’ τη Δέσποινα του αρχοντικού. Ο πατέρας του δούλευε από παιδί στα κτήματά τους κι είχε γίνει κάτι σαν άνθρωπος του σπιτιού. Τώρα, γέροντας πια κι άρρωστος, στέλνει το γιο του μ’ ένα καλάθι φρούτα και μια γλάστρα βασιλικό, να φέρει τα σεβάσματά του και τον αποχαιρετισμό του στην τελευταία απόγονο της μεγάλης ξεκληρισμένης φαμίλιας. Η άδεια δόθηκε. Ο νεαρός αξιωματικός, με την εφαρμοστή στολή του, εύρωστος, όμορφος, με την καθάρια ελληνική εγκαρδιότητα της αγροτικής καταγωγής του, αλλά και μ’ έναν εμφανή γενικό αισθησιασμό —ασφαλώς καλλιεργημένον απ’ την επαφή του με τους ανθρώπους της πόλης κι απ’ την αργία των στρατώνων— μοιάζει ιδιαίτερα συγκινημένος, κολακευμένος και ερωτικά σχεδόν ταραγμένος μπροστά στην ευγενική αρχόντισσα την έντονα βαμμένη και σφιγμένη στον κορσέ της, που διατηρεί ωστόσο την αόριστη χάρη μιας μακρινής, σβησμένης ομορφιάς. Εκείνος αφήνει αδέξια στο πάτωμα το καλάθι και τη γλάστρα σα να ’κανε κάτι ανάρμοστο και μεταβιβάζει το μήνυμα του πατέρα του. Του προσφέρει κάθισμα απέναντι στο παράθυρο. Τον ρωτάει για την υγεία του πατέρα του, για τα κτήματα. Εκείνος μιλάει ατελείωτα για τη ζωή στους αγρούς, για τις σοδειές, τα δέντρα, τα ποτάμια, τ’ άλογα, τις αγελάδες. Εκείνη, παρότι αφηρημένη, επιδεικνύει υπερβολικό ενδιαφέρον για όλα, παρατηρώντας τα δυνατά, άβολα χέρια του πάνω στα γόνατά του. Όμορφο ανοιξιάτικο δειλινό. Το φως μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο αχνορόδινο. Αργότερα γυρίζει στο πορτοκαλί, στο βιολετί, στο μενεξελί, ώς το βαθυγάλαζο. Απ’ τον κήπο ακούγονται τα πουλιά. Στιγμές στιγμές, κάποια ανταύγεια απ’ τα βαριά κοσμήματά της περνάει στα έπιπλα, στο μεγάλο καθρέφτη, στα τζάμια ή στο πρόσωπο του νέου, Άξαφνα, εκείνος σωπαίνει. Βραδιάζει. Μια ανεξήγητη σιγαλιά κι αναμονή, Κι ίσως γι’ ατό αρχίζει να μιλάει τώρα εκείνη σαν για να γεμίσει το κενό ή ν’ αποτρέψει την προσέγγιση κάτι άπρεπου κι αναπότρεπτου ωστόσο):


Να ’ρχεστε πότε πότε· — αυτό μου δίνει ευχαρίστηση. Εδώ πέρα

ο χρόνος είναι αργός· τίποτα πια δεν έρχεται ή δεν φεύγει,

εκτός απ’ τη συνηθισμένη αυτή φθορά στο ξύλο των επίπλων,

στα καδρόνια της στέγης, στα πατώματα, στις σκάλες,

στους σοβάδες, στα σκεύη, στις κουρτίνες, στους ρεζέδες —

αργή φθορά, μια σιωπηλή σκουριά, προπάντων στα χέρια και στα πρόσωπα.


Τα μεγάλα ρολόγια στους τοίχους σταμάτησαν — κανείς δεν τα κουρντίζει·

κι αν κάποτε στέκομαι μπροστά τους, δεν είναι για να δω την ώρα,

μα το ίδιο μου το πρόσωπο, καθρεφτισμένο στο γυαλί τους,

περίεργα άσπρο, γύψινο, απαθές, σαν έξω απ’ το χρόνο,

ενώ στο σκοτεινό τους βάθος οι σταματημένοι δείχτες,

πίσω ακριβώς απ’ το είδωλό μου, είναι ένα ασάλευτο νυστέρι

που πια δεν έχει ν’ ανοίξει ένα τραύμα, δεν έχει

να μου αφαιρέσει τίποτα — φόβο ή ελπίδα, αναμονή κι αδημονία.


Αυτή η αργή αυστηρότητα πολλαπλασιάζει την απόσταση

από μένα σε μένα, απ’ τη μια κίνηση στην άλλη,

απ’ τη μια θύμηση στην άλλη. Ένας ολόκληρος μήνας θα χρειαστεί

να περάσεις απ’ το ’να δωμάτιο στ’ άλλο. Μια αόριστη ομίχλη

στέκεται ανάμεσα στα πάντα. Πολλές φορές, τα χειμωνιάτικα πρωινά,

κάθομαι εδώ, πίσω απ’ τα τζάμια και κοιτάω φιλικά την απόσταση· στο βάθος

τυχαίνει κάποιος να περνάει καμιά φορά, ατμισμένος,

μια απρόσωπη, άσαρκη κηλίδα — κι ούτε επιχειρείς να την προσδιορίσεις

ούτε σε νοιάζει πού θα πάει —εδώ ή εκεί— το ίδιο κάνει…

Τα δέντρα

άυλα κι αυτά. Κείνες τις ώρες, αν κάποιος ξυλοκόπος

δοκίμαζε με το πελέκι του να κόψει μιαν ιτιά, ένα κυπαρίσσι,

ούτε ήχος ούτε ξύλο ούτε πελέκι.

Αυτή η ωραία αοριστία

είναι η μοναδική πραγματικότητα — φτιάχνει από μένανε μια ξένη

μακρινή κι άτρωτη σχεδόν, όπως εκείνη η κηλίδα στην ομίχλη,

και χαίρομαι αυτή την ελαφρότητα, μόλο που τη φοβούμαι κάπως. [...]

Απόσπασμα από την αρχή του μονολόγου Ισμήνη του Γιάννη Ρίτσου, Αθήνα: Κέδρος, 1972. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.

Quote Icon

«Ο μεγάλος μονόλογος του Πρόσπερο στην πέμπτη πράξη της Τρικυμίας, που οι ρομαντικοί τον ερμήνευσαν σαν αποχαιρετισμό του Σαίξπηρ στο θέατρο και σαν ομολογία πίστεως στη δημιουργική δύναμη της ποίησης, βρίσκεται στην πραγματικότητα πολύ κοντά στον ενθουσιασμό του Ντα Βίντσι για τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος που απέσπασε από τη φύση τις στοιχειακές δυνάμεις της. Ο μονόλογος αυτός είναι μια μακρινή ηχώ από το περίφημο χωρίο στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Ο κόσμος είναι ιδωμένος στην κίνησή του και στον μετασχηματισμό του, τα τέσσερα στοιχεία, γη, νερό, φωτιά και αέρας, έχουν αποδεσμευθεί · δεν υπακούνε πια στους θεούς, τα έχει όμως εξουσιάσει ο άνθρωπος που για πρώτη φορά ανατρέπει τη φυσική τάξη. Κάθε εποχή ερμηνεύει αυτόν τον μεγάλο μονόλογο με τη βοήθεια της δικής της πείρας. Για μας, είναι ένας ατομικός μονόλογος, και κρύβει μάλλον δέος παρά ενθουσιασμό.»

Απόσπασμα του σχολιασμού του Jan Kott [Γιαν Κοττ] για τον μονόλογο του Πρόσπερο από την Τρικυμία του W. Shakespeare.

Κοττ, Γ. (1970). Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας (Α. Κοτζιάς, Μετ.). Αθήνα: Ηριδανός, σ. 316.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Ηχητικό απόσπασμα της Κατίνας Παξινού [Katina Paxinou] σε μονόλογο της Μήδειας του Ευριπίδη [Eurípides] σε…

Μονολογικό και μονοπρόσωπο μονόπρακτο Η Εβραία από το έργο Τρόμος και αθλιότητα του Γ' Ράιχ

O μοναχικός μονόλογος του Άμλετ από το φερώνυμο έργο του Shakespeare, Πράξη Γ΄, Σκηνή 1.…

Μονόλογος του Ριχάρδου, Δούκα του Γκλόστερ, στην αρχή της 1ης Σκηνής της 1ης

Μoνολογικό απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Tennessee Williams [Τενεσσή Ουίλλιαμς] Λεωφορείον ο Πόθος. Ερμηνεία:

Aποσπάσματα από την παράσταση της μονολογικής μονόπρακτης όπερας / μονοδράματος Η Προσμονή [Erwartung] op. 17,

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Το εξώφυλλο της μονολογικής σύνθεσης Προς ύστατον φως, που ερμήνευσε η Λήδα Τασοπούλου (1995).

βασική

Byron, G. (2003). Dramatic Monologue. London - New York: Routledge.

Diamantakou, K. (2012). Ancient and Modern Greek Heroes Talking Alone on Stage: Towards the Autonomy of Monologicity. Στο B. Aleksejeva, O. Lāms & I. Rūmniece (Επιμ.), Hellenic Dimension. Materials of the Riga 3rd International Conference of Hellenic Studies (σσ. 226-234). Riga: University of Latvia, Faculty of Humanities.

Frieden, K. (1985). Genius and Monologue. Ithaca: Cornell University Press.

Jakobson, R. (1960). Closing Statements. Linguistics and Poetics. Στο T. A.Sebeok (Επιμ.). Style in Language (σσ. 350-377). Cambridge, Mass: M.I.T.

Pfister, M. (1991). The Theory and Analysis of Drama (J. Halliday, Μετ.). Cambridge: Cambridge University Press.

Richardson, B. (1988). Point of View in Drama: Diegetic Monologue, Unreliable Narrators, and the Author’s Voice on Stage. Comparative Drama, 22(3), 193–214.

Sider, J. (2016). Dramatic Monologue, Public Address, and the Ends of Character. ELH, 83(4), 1135–1158.

Wallace, Cl. (2006). Monologues: Theatre, Performance, Subjectivity. Prague: Litteraria Pragensia.

Μπελιές, Ε. (Επιμ.). (2010). Θεατρικοί μονόλογοι - Ανθολόγιο. Ξένοι συγγραφείς από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας. Αθήνα: Ηριδανός.

Πατσαλίδης. Σ. (2008). Ο θεατρικός μονόλογος την εποχή του ναρκισσισμού. Παράβασις, 8, 227-242.

Πεφάνης, Γ. Π. (1999). Το θέατρο και τα σύμβολα. Διαδικασίες συμβόλισης του δραματικού λόγου. Aθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

συμπληρωματική

Battezzato, L. (1995). Il Monologo nel Teatro di Euripide. Pisa: Scuola Normale Superiore dia Pisa.

Bishop, T. (1978). The Loneliest Monologues: Beckett’s Theater in the Seventies. October 6, 31–45.

Hobsbaum, Ph. (1975) The Rise of the Dramatic Monologue. The Hudson Review, 28(2), 227-245.

Kakavoulia, M. (1997). Interior Monologue: Recontextualizing a Modernist Practice in Greece. Στο D. Tziovas (Επιμ.), Greek Modernism and Beyond: Essays in honor of Peter Bien (σσ. 135-149). Lanham: Rowman & Littlefield.

Langbaum, R. W. (1960). The Poetry of Experience. The Dramatic Monologue in Modern Literary Tradition. London: Norton.

Maraka, L. (2005). Dialogue, monologue, narration: Le langage dramatique de Heiner Müller. Στο A. Sivetidou & A. Tsatsakou (Επιμ.). Le verbe et la scène. Travaux sur la literature et le théâtre en l’honneur de Zoé Samara (pp. 293-316). Paris: Honoré Champion Éditeur.

Maufort, M. (1998). Exorcisms of the Past: Avatars of the O’Neillian Monologue in Modern American Drama. The Eugene O’Neill Review, 22(1/2), 123–136.

Medda, E. (1983). La forma monologica. Ricerche su Omero e Sofocle. Pisa: Scuola Normale Superioriore di Pisa.

Newell, A. (1965). The Dramatic Context and Meaning of Hamlet's “To Be or Not To Be” Soliloquy. PMLA/Publications of the Modern Language Association of America, 80, 38–50.

Schadewaldt, W. (1966) Monolog und Selbstgespräch. Untesuchungen zur Formgeschichte der griechischen Tragoedie. Berlin: Weidmann 1966.

Μπακονικόλα, Χ. (1995). Τα μονοπρόσωπα μονόπρακτα του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Δρώμενα 14(3), 23-26.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). μονόλογος. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/μονόλογος

Chicago

"μονόλογος." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/μονόλογος.

1741