Η δραματική σχολή θεσμοποιεί τη μετάβαση από την εμπειρική μαθητεία στη συστηματική κατάρτιση του / της ηθοποιού. Έως τον 18ο αιώνα η ευρωπαϊκή θεατρική εκπαίδευση διεξαγόταν κατά κανόνα εντός των θιάσων, με αλληλοδιδακτικό και εμπειρικό τρόπο. Στην Κίνα ο θεσμός εμφανίστηκε πολύ πρωιμότερα: κατά τη δυναστεία Τανγκ (618-907) ο αυτοκράτορας Σουανζόνγκ [Xuanzong] ίδρυσε τον «Κήπο με τα Αχλάδια», σχολή θεάτρου, μουσικής και χορού με εκατοντάδες εκπαιδευόμενους ετησίως. Από εκεί προέρχεται ο χαρακτηρισμός των Κινέζων ηθοποιών ως «παιδιών του Κήπου των Αχλαδιών», ο οποίος χρησιμοποιείται έως σήμερα.
Στη Γαλλία, το 1756, οι ηθοποιοί της Comédie-Française Lekain [Λεκαίν], Préville [Πρεβίλ] και Bellecour [Μπελκούρ] συνέταξαν υπόμνημα υπέρ της ίδρυσης βασιλικής δραματικής σχολής. Το 1784 ιδρύθηκε η École royale de chant et de déclamation [Βασιλική Σχολή Ωδικής και Απαγγελίας]. Το 1795 το Conservatoire de Musique [Ωδείο Μουσικής] απορρόφησε τις υπάρχουσες μουσικές και δραματικές σχολές, ενώ το 1806 η διδασκαλία της δραματικής τέχνης απέκτησε αυτόνομη θέση στο Conservatoire de musique et de déclamation [Ωδείο Μουσικής και Απαγγελίας]. Το παρισινό πρότυπο, με έμφαση στην απαγγελία και στην έμμετρη εκφορά, καθόρισε την ευρωπαϊκή θεατρική εκπαίδευση για έναν αιώνα.
Η διεθνής εξάπλωση των δραματικών σχολών χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα. Οι περισσότερες λειτουργούν ως αυτόνομοι οργανισμοί, ενώ πανεπιστήμια και κολλέγια ενέταξαν αντίστοιχα προγράμματα στις σπουδές τους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η London Academy of Music and Dramatic Art (LAMDA, 1861), το Ρωσικό Ινστιτούτο Θεατρικής Τέχνης (ГИТИС, 1878) στη Μόσχα, η Royal Academy of Dramatic Art (RADA, 1904) στο Λονδίνο, η Yale School of Drama (1924, από το 2021 David Geffen School of Drama) στο New Haven, το Max-Reinhardt-Seminar (1928) στη Βιέννη, η Accademia nazionale d'arte drammatica «Silvio d'Amico» (1935) στη Ρώμη, η Hochschule für Schauspielkunst «Ernst Busch» (1951) στο Βερολίνο, η École internationale de théâtre Jacques Lecoq (1956) στο Παρίσι, το National Institute of Dramatic Art (NIDA, 1958) στην Αυστραλία και το Τμήμα Δράματος της Juilliard School (1968) στη Νέα Υόρκη.
Οι παιδαγωγικές κατευθύνσεις πολλαπλασιάστηκαν τον 20ό αιώνα. Στη Νέα Υόρκη λειτουργεί από το 1947 το Actors Studio, όπου οLee Strasberg [Λη Στράσμπεργκ] διαμόρφωσε τη «μέθοδο», ανάγνωση του συστήματος του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] και των αναζητήσεων του Ευγκένι Βαχτάνγκοφ [Evgeni Vakhtangov] με έμφαση στη ψυχολογική αλήθεια. Από το ίδιο περιβάλλον του Group Theatre προήλθαν και δύο ανταγωνιστικές παιδαγωγικές: της Stella Adler [Στέλλα Άντλερ], που έδωσε προτεραιότητα στη φαντασία και στις δεδομένες συνθήκες του έργου, και του Sanford Meisner [Σάνφορντ Μάισνερ], που εστίασε στην αντίδραση προς τον / την παρτενέρ. Στον αντίποδα της αμερικανικής ψυχολογικής παράδοσης, ο Jacques Lecoq [Ζακ Λεκόκ] θεμελίωσε σωματική παιδαγωγική βασισμένη στη μιμοδυναμική, στη μάσκα και στη συλλογική επινόηση, από την οποία προήλθαν δημιουργοί όπως η Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] και ο Simon McBurney [Σάιμον Μακμπέρνυ].
Στην Ελλάδα, το 1871, το Ωδείον Αθηνών φιλοξένησε την πρώτη θεσμοθετημένη δραματική σχολή της νεότερης περιόδου. Η πρώτη κρατική δραματική σχολή ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1900, στο πλαίσιο του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά αποδείχθηκε βραχύβια και έκλεισε στους πρώτους μήνες του 1901. Έως τότε η πλειονότητα των ηθοποιών εκπαιδευόταν αλληλοδιδακτικά και εμπειρικά μέσα στους επαγγελματικούς θιάσους. Το 1924, με τον αριθμό των λειτουργουσών σχολών ήδη διψήφιο, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών ίδρυσε την Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου, η οποία από την 1η Αυγούστου 1930 απορροφήθηκε από το νεοσύστατο Εθνικό Θέατρο και μετονομάστηκε σε Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με πρώτο διευθυντή τον Θεόδωρο Συναδινό.
Κατά την Κατοχή ιδρύθηκαν νέες σχολές, όπως του Γιαννούλη Σαραντίδη, της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Δημήτρη Ροντήρη, τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και το Θεατρικό Σπουδαστήριο του Βασίλη Ρώτα. Μετά τον Εμφύλιο πολλαπλασιάστηκαν οι ιδιωτικές σχολές και τη δεκαετία του 1960 η εκπαίδευση συστηματοποιήθηκε. Σήμερα οι δραματικές σχολές υπάγονται στο Υπουργείο Πολιτισμού, με τριετή, συνεχή και υποχρεωτική φοίτηση, εισαγωγικές εξετάσεις και πρόγραμμα που περιλαμβάνει υποχρεωτικά την υποκριτική, την αγωγή του προφορικού λόγου και την κίνηση. Στις κρατικές ανήκουν οι Ανώτερες Σχολές Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ, 1973), ενώ λειτουργεί πλήθος αναγνωρισμένων σχολών, μεταξύ των οποίων του Πειραϊκού Συνδέσμου (1914), της Μαίρης Βογιατζή-Τράγκα (1926), του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν (1941) και η Δραματική Σχολή Αθηνών «Γιώργος Θεοδοσιάδης» (1962).