Το θέατρο στα μούτρα σου περιγράφει τη νέα, επιθετική δραματουργία που αναδύθηκε στη Μεγάλη Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και επιχείρησε να ανασυστήσει τη σχέση σκηνής και πλατείας μέσα από τον αιφνιδιασμό, την πρόκληση και τη βίαιη συναισθηματική εμπλοκή του κοινού. Τον όρο καθιέρωσε ο κριτικός και μελετητής Aleks Sierz [Άλεκς Σηρζ] με το βιβλίο In-Yer-Face Theatre: British Drama Today (2001), αξιοποιώντας την αργκό έκφραση «in your face», η οποία δηλώνει κάτι το επιθετικό, το αδιάκριτο και το ανυποχώρητο. Ο Sierz δεν επινόησε τη φράση, την μετέτρεψε όμως σε αναλυτικό εργαλείο για την ομαδοποίηση των κοινών στρατηγικών, της θεματολογίας και της αισθητικής μιας γενιάς νέων συγγραφέων. Κεντρική στη θεώρησή του είναι η διάκριση ανάμεσα στο «βιωματικό» [experiential] θέατρο, που υποβάλλει το κοινό στην εμπειρία της βίας, και στο «στοχαστικό» ([speculative)], που την παρουσιάζει από απόσταση ως αντικείμενο σκέψης.
Η τάση εγγράφεται σε μια μακρά βρετανική γενεαλογία σκηνικής πρόκλησης. Αφετηρία της θεωρείται η μεταπολεμική γενιά των Angry Young Men [Οργισμένοι Νέοι], με ορόσημο το Look Back in Anger [Οργισμένα νιάτα] (1956) του John Osborne [Τζων Όσμπορν], έργο που μετατόπισε το βρετανικό δράμα προς τη ρεαλιστική αποτύπωση της κοινωνικής δυσφορίας και της ταξικής οργής. Τη σκυτάλη της σκηνικής ωμότητας παρέλαβαν ο Edward Bond [Έντουαρντ Μποντ] με το Saved [Διασωθέντες] (1965), όπου η σκηνή του λιθοβολισμού ενός βρέφους προκάλεσε την επέμβαση της λογοκρισίας, και ο Howard Brenton [Χάουαρντ Μπρέντον] με το The Romans in Britain [Οι Ρωμαίοι στη Βρετανία] (1980), που οδήγησε σε δικαστική δίωξη. Στο θεωρητικό υπόβαθρο ανιχνεύεται επίσης το θέατρο της σκληρότητας του Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ], με το αίτημα ενός θεάτρου που προσβάλλει τις αισθήσεις αντί να απευθύνεται μόνο στη διάνοια.
Ως αισθητική, το είδος δεν αφηγείται απλώς τη βία και την οδύνη, αλλά επιδιώκει να τις καταστήσει αισθητές, φέρνοντας το κοινό αντιμέτωπο με περιεχόμενο ωμό και ενοχλητικό. Η γλώσσα είναι χυδαία, οι χαρακτήρες γυμνώνονται, συνευρίσκονται σεξουαλικά, ταπεινώνουν ο ένας τον άλλον και ξεσπούν σε αναπάντεχη βία, ενώ ο τεμαχισμός των σκηνών και οι απότομες μεταπτώσεις εντείνουν την αίσθηση απειλής. Ο Sierz επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για οργανωμένο κίνημα με μανιφέστο, αλλά για μια κοινή «νέα ευαισθησία», ένα ύφος που εκφράζει το πνεύμα της εποχής μέσα από τη σεξουαλικότητα, τον εθισμό στις ουσίες, τον καταναλωτισμό και την κοινωνική περιθωριοποίηση. Οι δραματουργικές αυτές φωνές χαρακτηρίστηκαν «παιδιά της Θάτσερ», καθώς είχαν ενηλικιωθεί στο σκληρό κλίμα των περικοπών και της κοινωνικής αποδιάρθρωσης των χρόνων της «σιδηράς κυρίας».
Αντιπροσωπευτικότερες περιπτώσεις θεωρήθηκαν οι Sarah Kane [Σάρα Κέην], Mark Ravenhill [Μαρκ Ρέιβενχιλ] και Anthony Neilson [Άντονι Νήλσον], ενώ στο ίδιο κλίμα κινήθηκαν οι Jez Butterworth [Τζεζ Μπάτεργουερθ], Martin McDonagh [Μάρτιν ΜακΝτόνα] και Philip Ridley [Φίλιπ Ρίντλεϋ]. Σημείο εκκίνησης θεωρείται η πρώτη παρουσίαση του Blasted [Ισοπεδωμένοι] της Kane στο λονδρέζικο Royal Court τον Ιανουάριο του 1995: οι σκηνές βιασμού, βασανισμού και κανιβαλισμού προκάλεσαν κατακραυγή στον Τύπο και το έργο στιγματίστηκε ως σκανδαλώδες, με αποτέλεσμα η αρχική απόρριψη να λειτουργήσει ως μηχανισμός προβολής του νέου ρεύματος. Το Shopping and Fucking [Ψώνια και γαμήσι] (1996) του Ravenhill έφερε τίτλο τόσο προκλητικό, ώστε στο διαφημιστικό υλικό αποτυπώθηκε ως Shopping and F***ing. Καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη της τάσης έπαιξαν οι καλλιτεχνικοί διευθυντές σημαντικών θεσμών: ο Stephen Daldry [Στήβεν Ντάλντρυ] στο Royal Court, ο Dominic Dromgoole [Ντόμινικ Ντρόμγκουλ] στο Bush Theatre του Λονδίνου και ο Ian Brown [Ίαν Μπράουν] στο Traverse Theatre του Εδιμβούργου.
Η δυναμική του είδους παρουσίασε σημεία κόπωσης στο κλείσιμο του 20ού αιώνα, ενώ ο θάνατος της Kane το 1999 λειτούργησε ως συμβολικός επίλογος. Παράλληλα, το ρεύμα γνώρισε ταχεία διάδοση στην ηπειρωτική Ευρώπη, με τις σκηνοθεσίες του Thomas Ostermeier [Τόμας Όστερμαϊερ] στη Baracke του Deutsches Theater του Βερολίνου να καθιστούν τους Kane και Ravenhill σημεία αναφοράς της γερμανόφωνης σκηνής, και στην Ελλάδα, όπου ανέβηκε πρώιμα από τον Θωμά Μοσχόπουλο και τον Λευτέρη Βογιατζή. Μετά το 2000 η παραγωγή ανάλογων έργων συνεχίστηκε περιστασιακά, χωρίς το είδος να αποτελεί πλέον τη δραματουργική νόρμα, αφήνοντας ωστόσο ισχυρή παρακαταθήκη στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκηνική γραφή.