Το αυτολεξεί θέατρο αναφέρεται ουσιαστικά στη μη-μυθοπλαστική προέλευση του θεατρικού κειμένου. Ορισμένες φορές το είδος θεωρείται ταυτόσημο με το θέατρο τεκμηρίωσης, ενώ εμφανίζει συνάφεια τόσο με τις πρακτικές της προφορικής ιστορίας όσο και με το θέατρο μαρτυριών. Στην πρωτοτυπική εκδοχή του, βασίζεται αποκλειστικά σε απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις, κατά περίπτωση, ωστόσο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μαρτυρίες, ομιλίες ή δηλώσεις από επίσημες έρευνες και δημόσια αρχεία. Πάντα ο στόχος είναι να αναπαραχθούν αυτούσιες οι λέξεις και οι «φωνές» υπαρκτών προσώπων. Εδώ έγκειται και η διαφορά του αυτολεξεί θεάτρου σε σύγκριση με άλλες μορφές θεάτρου τεκμηρίωσης, οι οποίες συνήθως συνδυάζουν υλικό από ποικίλες πηγές, χωρίς απαραιτήτως να προτάσσουν την κατά λέξη απόδοση προφορικού υλικού.
Το είδος γνώρισε μεγάλη άνθιση παγκοσμίως από το τέλος της δεκαετίας του '90, αναπτύχθηκε όμως ιδιαίτερα στη Μ. Βρετανία, όπου έχει και τις βαθύτερες ρίζες. Η αρχική άνοδός του στη χώρα συσχετίζεται, μεταξύ άλλων παραγόντων, με την εμφάνιση των φορητών μαγνητοφώνων κατά τη δεκαετία του '60, χάρη στα οποία διευκολύνθηκε η ηχογράφηση των συνεντεύξεων. Την ίδια εποχή, ο Peter Cheeseman [Πήτερ Τσίζμαν], διευθυντής του Victoria Theatre στην πόλη Stoke-on-Trent [Στόουκ-ον-Τρεντ], άρχισε να ενσωματώνει στις παραστάσεις του μαγνητοφωνημένο υλικό, καλύπτοντας ζητήματα που απασχολούσαν την τοπική κοινότητα.
Οι νεότερες εκδοχές του αυτολεξεί θεάτρου, όπως εξελίχθηκαν στον 21ο αιώνα, πραγματεύονται σύγχρονα πολιτικο-κοινωνικά προβλήματα και γεγονότα, επεκτείνοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον τους από τα τοπικά θέματα στα εθνικά και τα διεθνή. Η άνθιση του είδους, σε όλο τον κόσμο, έχει συνδεθεί με τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στις επίσημες αφηγήσεις, στους/στις κυβερνώντες/κυβερνώσες και στα Μ.Μ.Ε., καθώς και με τη βούληση να ακουστεί δημόσια η φωνή ατόμων και ομάδων με χαμηλή κοινωνική ορατότητα και εκπροσώπηση.
Στους Βρετανούς εκπροσώπους του είδους συγκαταλέγονται ο David Hare [Ντέιβιντ Χέαρ], ο Robin Soans [Ρόμπιν Σόανς], ο Peter Morgan [Πήτερ Μόργκαν], ο Gregory Burke [Γκρέγκορυ Μπερκ], η Nadia Fall [Νάντια Φολ], ενώ ο Richard Norton-Taylor [Ρίτσαρντ Νόρτον-Τέιλορ] είναι γνωστός για τα αυτολεξεί δικαστικά δράματα [tribunal plays] που συνέγραψε. Παραλλαγή του είδους, με κυριότερη εκπρόσωπο την Alecky Blythe [Άλεκυ Μπλάιθ], αποτελεί το αυτολεξεί θέατρο με ακουστικά κεφαλής. Σε αυτό, οι ηθοποιοί αποδίδουν επί σκηνής συνεντεύξεις, τις οποίες ταυτόχρονα ακούνε μέσω ακουστικών, με στόχο να αναπαραγάγουν πιστά όχι μόνο τα λόγια, αλλά και το φωνητικό αποτύπωμα των πραγματικών ομιλητών/ομιλητριών. Αυτολεξεί τεχνικές αξιοποιούν και αρκετοί/αρκετές Έλληνες/Ελληνίδες δημιουργοί που ασχολούνται με το θέατρο τεκμηρίωσης, όπως ο Πρόδρομος Τσινικόρης, ο Ανέστης Αζάς, η Μάρθα Μπουζιούρη, κ.ά.
Ως πρότυπο και ως μέθοδος το αυτολεξεί θέατρο υπογραμμίζει τη δέσμευσή του στη μεταφορά του αυθεντικού λόγου των προσώπων και στην αντικειμενική παρουσίαση των ιστοριών τους, χωρίς κατεργασία ή παραποίηση. Ωστόσο, η επιμέλεια και η συνάρμοση [montage] που πραγματοποιεί ο/η συγγραφέας/δραματουργός, προκειμένου να αποκτήσει το υλικό συνεκτική δραματική μορφή, συνεπάγονται πάντα κάποιου βαθμού παρέμβαση, άρα και την υποκειμενική οπτική του/της δημιουργού. Το είδος επιτάσσει ξεχωριστή προσοχή στην ηθική αντιμετώπιση των ομιλητών/ομιλητριών και στη χρήση τυχόν ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τους για τις ανάγκες της δραματουργίας.