Μορφές χορευτικού θεάτρου με έντονη αφηγηματική και δραματική λειτουργία απαντούν σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις πολύ πριν από τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού χοροδράματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Χον [Khon] της Ταϊλάνδης, παραδοσιακό θέατρο με μάσκες που συνδυάζει χορευτική κίνηση, μιμική, μουσική, φωνητικά, λογοτεχνική αφήγηση και περίτεχνα κοστούμια για την παρουσίαση επεισοδίων από το έπος Ραμακιέν [Ramakien], την ταϊλανδική εκδοχή της Ραμαγιάνα. Αντίστοιχα, το Κατακάλι [Kathakali] της Κεράλα στην Ινδία αποτελεί σύνθετη μορφή χορευτικού θεάτρου, στην οποία η αφήγηση βασίζεται στη συνδυασμένη χρήση της κίνησης, της έκφρασης του προσώπου, των χειρονομιών [mudras], της μουσικής, του μακιγιάζ και της ενδυμασίας.
Στην Ευρώπη, μια σημαντική ιστορική αφετηρία για την εξέλιξη του αφηγηματικού χορού αποτελεί το μπαλέτο δράσης [ballet d'action] του 18ου αιώνα. Το είδος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποκτήσει το μπαλέτο μεγαλύτερη δραματική και εκφραστική αυτονομία από την όπερα και να καταστήσει την κίνηση και τη μιμική φορείς δράσης, χαρακτήρων και συναισθημάτων. Ο Jean-Georges Noverre [Ζαν-Ζωρζ Νοβέρ] υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς και εισηγητές αυτής της μεταρρύθμισης, υποστηρίζοντας την οργανική σύνδεση της χορογραφίας, της δράσης και της δραματουργικής πλοκής. Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του Gasparo Angiolini [Γκασπάρο Αντζιολίνι], ο οποίος αντιμετώπιζε την πλοκή ως οργανωτική αρχή του μπαλέτου και το βήμα [pas] ως βασικό μέσο της χορευτικής αφήγησης.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε ιδιαίτερα με το έργο του Ιταλού χορογράφου Salvatore Viganò [Σαλβατόρε Βιγκανό], ο οποίος θεωρείται ο κατεξοχήν δημιουργός του λεγόμενου coreodramma ή choreodrama. Στα έργα του η παντομίμα δεν λειτουργεί ως διακριτό και συμπληρωματικό στοιχείο της χορευτικής δράσης, αλλά ενσωματώνεται στη χορογραφική σύνθεση. Χαρακτηριστικά έργα της περιόδου του στη Σκάλα του Μιλάνου υπήρξαν ο Προμηθέας [Prometeo], η Μήδεια [La Mirra] και ο Οθέλλος [Otello].
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αφηγηματικού ρεπερτορίου αποτελούν έργα όπως η Λίμνη των Κύκνων [Swan Lake], ιδίως μέσω της παράδοσης των αναβιώσεων των Marius Petipa [Μαριούς Πετιπά] και Lev Ivanov, καθώς και το σοβιετικό μπαλέτο Σπάρτακος [Spartacus] του Aram Khachaturian σε χορογραφικές εκδοχές των Igor Moiseyev [Ίγκορ Μοϊσέγιεφ] (1958), Leonid Yakobson [Λεονίντ Γιάκομπσον] (1962) και Yuri Grigorovich (1968). Στον 20ό αιώνα, σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή χορογράφων όπως οι Antony Tudor [Άντονυ Τιούντορ], Sir Frederick Ashton [Σερ Φρέντερικ Άστον] και Kenneth MacMillan [Κέννεθ ΜακΜίλλαν].
Στην Ελλάδα, ο όρος «χορόδραμα» συνδέθηκε ιδιαίτερα με το Ελληνικό Χορόδραμα, την ομάδα που ίδρυσε η χορεύτρια και χορογράφος Ραλλού Μάνου το 1951. Η Μάνου, η οποία είχε σπουδάσει μεταξύ άλλων στη σχολή της Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ] στη Νέα Υόρκη, επιδίωξε να συνδυάσει τις αρχές του μοντέρνου χορού με στοιχεία της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης. Το Ελληνικό Χορόδραμα συνεργάστηκε με σημαντικούς Έλληνες συνθέτες και εικαστικούς, μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μόραλης και ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Στο ρεπερτόριό του περιλαμβάνονταν έργα όπως Το Καταραμένο Φίδι και οι Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, ενώ η δραστηριότητά του συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση και εδραίωση του μοντέρνου χορού στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η σχέση του χοροδράματος με συγγενείς μορφές του χορευτικού και σωματικού θεάτρου χρειάζεται να εξετάζεται με βάση τον βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δραματική δράση. Στο αφηρημένο μπαλέτο [abstract ballet], όπως αναπτύχθηκε χαρακτηριστικά από τον George Balanchine [Τζωρτζ Μπαλανσίν], η πλοκή και η αναπαράσταση χαρακτήρων δεν αποτελούν αναγκαίες οργανωτικές αρχές, καθώς η κίνηση μπορεί να οργανώνεται κυρίως σύμφωνα με τη μουσική, τη μορφή και τις χωρικές και κινητικές σχέσεις. Στο χοροθέατρο [Tanztheater], ιδιαίτερα στο έργο της Pina Bausch [Πίνα Μπάους], η δραματουργία μπορεί να συγκροτείται μέσα από αποσπασματικές σκηνές, επαναλήψεις, καθημερινές πράξεις, λόγο, κίνηση και προσωπικές ή κοινωνικές αναφορές, χωρίς να προϋποθέτει ενιαία γραμμική πλοκή. Το χορόδραμα, αντιθέτως, διατηρεί την ενιαία δραματουργική πλοκή ως οργανωτική αρχή.
Το χορόδραμα διαφοροποιείται επίσης από το μιμόδραμα, στο οποίο η δράση οργανώνεται κυρίως μέσω της μιμητικής χειρονομίας, της εκφραστικότητας και της σωματικής υποκριτικής, ενώ στο χορόδραμα η κίνηση αποκτά πρωτίστως χορογραφική και συνθετική λειτουργία. Η διάκριση, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη, καθώς ιστορικά οι δύο μορφές έχουν αλληλεπιδράσει και το χορόδραμα, ιδιαίτερα από το ballet d'action και εξής, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ενσωμάτωση της μιμητικής στη χορευτική δράση.