«In the late fifth century there was lively debate among comic poets about all aspects of their art, conducted through the plays themselves, especially in the parabasis (as in all Aristophanes’ surviving plays of the 420s); naturally they all praise their own work and condemn or ridicule that of their rivals, but Aristophanes, so far as our evidence goes, is unique in presenting himself as a public benefactor —and in 405, as we have seen, the city honored him as such. Cratinus made a whole play, The Wicker Flask (Pytine), about the art of comedy, with himself and personified Comedy (presented as his wife) the leading characters. In the fourth century there is little sign of anything similar. The parabasis no longer exists, and the characters become less and less ready to step out of the dramatic fiction, so there is much less opportunity for metadramatic comment. There survive only a throwaway remark about the “frigidity” of Araros, son of Aristophanes (Alexis fr. 184), and a speech (Antiphanes fr. 189; perhaps delivered by Comedy) complaining that comic dramatists, unlike tragic ones, cannot rely on their audiences knowing the story in advance and have to explain everything themselves».
«Στα τέλη του πέμπτου αιώνα υπήρχε έντονος διάλογος μεταξύ των κωμικών ποιητών για κάθε έκφανση της τέχνης τους, ο οποίος διεξαγόταν μέσα από τα ίδια τα έργα, ιδίως στην παράβαση (όπως συμβαίνει σε όλα τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη της δεκαετίας του 420 π.Χ.)∙ ασφαλώς όλοι επαινούν το δικό τους έργο και καταδικάζουν ή περιγελούν εκείνο των ανταγωνιστών τους, αλλά ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, είναι μοναδικός στο να αυτοπαρουσιάζεται ως δημόσιος ευεργέτης — και το 405 π.Χ., όπως διαπιστώνεται, η πόλη τον τίμησε γι’ αυτό. Ο Κρατίνος αφιέρωσε ένα ολόκληρο έργο, την Πυτίνη (φλασκί για κρασί), στην τέχνη της κωμωδίας, με κεντρικούς χαρακτήρες τον ίδιο και την προσωποποιημένη Κωμωδία (που παρουσιάζεται ως σύζυγός του). Στον τέταρτο αιώνα δεν παρατηρείται κάτι αντίστοιχο. Η παράβαση δεν υπάρχει πλέον, και οι χαρακτήρες ολοένα και σπανιότερα εξέρχονται της δραματικής πλοκής, οπότε μειώνονται σημαντικά οι ευκαιρίες για μεταθεατρικό σχολιασμό. Διασώζεται μόνο μια παρεμπίπτουσα αναφορά για την «ψυχρότητα» του Αραρότα, γιου του Αριστοφάνη [Άλεξις απ. 184 (Παράσιτος)], καθώς και ένας λόγος (Αντιφάνης απ. 189˙ ίσως εκφωνήθηκε από την προσωποποιημένη Κωμωδία) που εκφράζει το παράπονο ότι οι κωμικοί δραματουργοί, σε αντίθεση με τους τραγικούς, δεν μπορούν να βασίζονται στην πρότερη γνώση του κοινού για την ιστορία και αναγκάζονται να εξηγούν τα πάντα οι ίδιοι».
Ο Alan H. Sommerstein [Άλαν Σόμμερσταϊν] αναδεικν ύει τη λειτουργία της παραβάσεως ως προνομιακού χώρου μεταθεατρικού σχολιασμού στην αρχαία κωμωδία του 5ου αι. π.Χ.: οι κωμικοί ποιητές αξιοποιούσαν την παράβαση για να σχολιάσουν την τέχνη τους, να επαινέσουν το δικό τους έργο και να ασκήσουν κριτική στους ανταγωνιστές τους. Η εξαφάνιση της παραβάσεως στον 4ο αι. π.Χ. συνεπαγόταν, κατά τον Sommerstein, δραστική μείωση των ευκαιριών για αυτοαναφορικό λόγο εντός του κωμικού δράματος. Η παρατήρηση υπογραμμίζει τη μοναδικότητα της παραβάσεως ως θεσμοθετημένης στιγμής ρήξης της δραματικής ψευδαίσθησης.
Sommerstein, A. H. (2016). Greek Comedy and its Reception, c. 500–323 BC. Στο B. van Zyl Smit (Επιμ.), A Handbook to the Reception of Greek Drama (σσ. 29–44). West Sussex: Wiley Blackwell. Βλ. σσ. 41-42.