Η φωνητική μουσική διακρίνεται σε θρησκευτική φωνητική μουσική και κοσμική φωνητική μουσική. Η φωνητική μουσική δύναται να είναι μονοφωνική (κυριαρχία μίας μελωδικής γραμμής χωρίς αρμονική συνοδεία), πολυφωνική (ισότιμος αντιστικτικός συσχετισμός των επιμέρους φωνών) ή ομοφωνική (κυριαρχία μίας μελωδικής γραμμής που υποστηρίζεται αρμονικά από τις υπόλοιπες). Σε διάφορες παραδόσεις παρατηρείται επίσης και η τεχνική της ετεροφωνίας, δηλαδή της ταυτόχρονης ήχησης μιας μελωδικής γραμμής και μίας ή περισσότερων παραλλαγών της.
Στην παράδοση της έντεχνης δυτικoευρωπαϊκής μουσικής τα κυριότερα είδη της θρησκευτικής φωνητικής μουσικής είναι οι ψαλμωδίες [cantus planus], το γρηγοριανό μέλος, το μοτέτο, η λειτουργία, η νεκρώσιμη λειτουργία [requiem], η θρησκευτική υμνωδία, το χορικό, το ορατόριο, τα Πάθη και η καντάτα. Είδη της κοσμικής φωνητικής μουσικής είναι το μοτέτο (με κοσμικό περιεχόμενο), το μαδριγάλι, η όπερα, η οπερέτα, το έντεχνο κοσμικό τραγούδι (π.χ. γερμανικό έντεχνο τραγούδι, γαλλική μελοντί, ρομάντζα), κ.ά.
Ένα σημαντικό πεδίο εφαρμογής της φωνητικής μουσικής είναι το μουσικό θέατρο, όρος ο οποίος χαρακτηρίζει μία ποικιλία ειδών, στα οποία η φωνή είναι κεντρικό επιτελεστικό μέσο: όπερα, οπερέτα, μουσικό δράμα, μιούζικαλ, ρεβύ, επιθεώρηση, βωντβίλ, κωμειδύλλιο, κ.ά. Σε ό,τι αφορά το νέο μουσικό θέατρο, η φωνητική έκφραση διευρύνεται και εμπλουτίζεται με νέους τρόπους παραγωγής ηχοχρώματος (διευρυμένες φωνητικές τεχνικές).
Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα αναφορικά με τη φωνητική μουσική όλων των εποχών και όλων των παραδόσεων είναι η σχέση μεταξύ μουσικής και λόγου. Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί ανά τους χρόνους στο ερώτημα της υπεροχής ενός εκ των δύο αυτών συστατικών στοιχείων ποικίλουν, με κάποιους συνθέτες και θεωρητικούς να προασπίζονται την πρωτοκαθεδρία του ποιητικού ή δραματικού κειμένου έναντι της μουσικής, ενώ άλλους να δίνουν προτεραιότητα στη μουσική (βλ. για παράδειγμα το μπελκάντο στην ιταλική όπερα). Η εύρεση της χρυσής τομής γίνεται ακόμα πιο σύνθετη στην περίπτωση της σκηνικής μουσικής, όπου συμμετέχει και το στοιχείο της πρόζας. Η στενή σχέση μεταξύ λόγου και μουσικής αντανακλάται και στη ρεαλιστική απόδοση της γλώσσας μέσω της μουσικής διά της μίμησης του επιτονισμού του λόγου (βλ. διαλογική όπερα). Στον αντίποδα βρίσκονται προσεγγίσεις μέσω των οποίων η ιδιαίτερη διαχείριση της μουσικής υπονομεύει το νόημα του κειμένου με τη λέξη να αξιοποιείται ως ήχος και όχι ως φορέας νοήματος. Η χρήση βοκαλισμών αποτελεί άλλη μια περίπτωση όπου η μουσική υπερισχύει του λόγου στη φωνητική μουσική.
Κύριες μορφές της ελληνόφωνης φωνητικής μουσικής είναι το εξωαστικό τραγούδι (το λεγόμενο και «δημοτικό» ή «παραδοσιακό», με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων), η αστικολαϊκή μουσική (πολίτικο και σμυρνέικο τραγούδι, επτανησιακή καντάδα, ελαφρύ αστικό τραγούδι, αθηναϊκή καντάδα, ρεμπέτικο τραγούδι, λαϊκό τραγούδι κ.ά.) το εκκλησιαστικό βυζαντινό μέλος και η έντεχνη φωνητική νεοελληνική μουσική (όπερα, οπερέτα, έντεχνο άσμα, έντεχνο-λαϊκό τραγούδι, κ.ά).