Η επιχορήγηση των τεχνών έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα, όπου οι πολιτιστικές δράσεις χρηματοδοτούνταν τόσο από ιδιώτες (μέσω του θεσμού της χορηγίας) όσο και από πόρους της πόλης-κράτους. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι δραματικοί αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων, όπου η πολιτεία αναλάμβανε μέρος των εξόδων (λ.χ. τις αμοιβές των υποκριτών).
Στην αναγεννησιακή Ευρώπη, η υποστήριξη των καλλιτεχνών από ηγεμόνες ή εύπορους φιλότεχνους ευγενείς (πατρωνία - patronage) συνδυαζόταν με οικονομικές ενισχύσεις εκ μέρους της καθολικής Εκκλησίας για την παραγωγή έργων, κυρίως αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, γλυπτικής και μουσικής. Στη Γαλλία του 17ου αιώνα, η κρατική υποστήριξη αποκτά θεσμικό χαρακτήρα με την ίδρυση οργανισμών όπως η Γαλλική Ακαδημία [Académie française] (1635).
Η συστηματική κρατική επιχορήγηση των τεχνών εμφανίζεται στον 18ο και 19ο αιώνα, σε συνδυασμό με την εδραίωση των εθνικών κρατών. Στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1840, καθιερώνονται οι κρατικές ενισχύσεις για τους παρεπιδημούντες Ιταλικούς λυρικούς θιάσους, ενώ πολύ αργότερα επεκτείνονται και σε ελληνικούς δραματικούς θιάσους ή άλλους καλλιτεχνικούς φορείς. Η σύγχρονη θεσμοθετημένη επιχορήγηση εισάγεται ουσιαστικά τη δεκαετία του 1970 με τη συστηματική χρηματοδότηση θεατρικών σχημάτων και τη λειτουργία Γνωμοδοτικών Επιτροπών, επιφορτισμένων με την αξιολόγηση των αιτήσεων.
Η επιχορήγηση τη σημερινή εποχή επικεντρώνεται στη στήριξη μη κερδοσκοπικών πολιτιστικών φορέων και περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα τομέων, από το θέατρο και τον σύγχρονο χορό έως τη μουσική, τον κινηματογράφο, την υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Συνήθως παρέχεται μέσω προσκλήσεων ενδιαφέροντος και αξιολόγησης από κρατικούς ή τοπικούς φορείς.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι επιχορηγήσεις συνδυάζονται με κοινωνικές πολιτικές, όπως η διανομή κουπονιών, ώστε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (π.χ. νέοι, ηλικιωμένοι) να αποκτούν πρόσβαση στις τέχνες.
Η επιχορήγηση δεν περιορίζεται στην απλή χρηματοδότηση δράσεων, αλλά επιτελεί κρίσιμο ρόλο στη δημιουργία ενός βιώσιμου πολιτιστικού περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, διασφαλίζει την προσβασιμότητα, επιτρέποντας τη συμμετοχή όλων των πολιτών στην καλλιτεχνική ζωή. Παράλληλα, προάγει την καλλιτεχνική ελευθερία, παροτρύνοντας τους καλλιτέχνες να πειραματιστούν με νέες ιδέες, απαλλαγμένοι από το άγχος της εμπορικής επιτυχίας, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την πολιτιστική ταυτότητα υποστηρίζοντας την ανάδειξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Ωστόσο, ο θεσμός δεν είναι άμοιρος κινδύνων. Ο κυριότερος είναι αυτός της ιδεολογικής επιτήρησης, όπως συνέβη για παράδειγμα κατά τη δικτατορία του Μεταξά, όπου η επιχορήγηση συνδέθηκε με απόπειρες ελέγχου της καλλιτεχνικής παραγωγής, και ως εκ τούτου περιορισμού της καλλιτεχνικής ελευθερίας ή χειραγώγησης των καλλιτεχνών.
Στο μέλλον, η επιχορήγηση αναμένεται να ενισχυθεί με νέες τεχνολογίες (π.χ. blockchain για διαφάνεια χρηματοδότησης) ή μέσω υβριδικών μοντέλων συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.