Ως φωνητικό ρεγκίστρο (περιοχή φωνητικής έκτασης) το φαλσέττο διακρίνεται από τη στηθική φωνή κυρίως ως προς τον βαθμό σύγκλεισης των φωνητικών χορδών και τη μάζα που συμμετέχει στη δόνηση. Στη στηθική φωνή, οι χορδές συγκλείνουν πλήρως και δονείται μεγαλύτερο μέρος της μάζας τους, αποδίδοντας πλούσιο και ισχυρό ήχο. Στο φαλσέττο, αντιθέτως, δονούνται κατά κύριο λόγο τα χείλη των χορδών, με μειωμένη μάζα και συχνά ατελή σύγκλειση. Η διάκριση του φαλσέττου από την κεφαλική φωνή παραμένει ζήτημα ανοικτό στη βιβλιογραφία και δεν θεμελιώνεται σε κριτήρια όπως το βιμπράτο ή ο όγκος: το φυσικό βιμπράτο καλλιεργείται μέσω αναπνευστικής στήριξης και φωνητικής τεχνικής και δύναται να εμφανιστεί ανεξάρτητα από το ρεγκίστρο φώνησης, ενώ ο όγκος καθορίζεται από την υπογλωττιδική πίεση και τον συντονισμό των αντηχείων. Συνεπώς, και τα τρία ρεγκίστρα -η στηθική, η κεφαλική φωνή και το φαλσέττο- δύνανται να αποκτήσουν ένταση και όγκο, αναλόγως της φωνητικής δεινότητας του τραγουδιστή / της τραγουδίστριας.
Η τεχνική του φαλσέττου δεν είναι πρόσφατη ούτε αποκλειστικά δυτικοευρωπαϊκή· απαντά διεθνώς σε ποικίλα μουσικά ιδιώματα, στη λόγια και στην παραδοσιακή μουσική, στο μουσικό θέατρο και στις πρακτικές φωνητικής διαμόρφωσης χαρακτήρων. Στην παραδοσιακή μουσική των Άλπεων είναι διαδεδομένο το yodeling [γιόντελινγκ], τεχνική που στηρίζεται σε γρήγορες μεταβάσεις μεταξύ ρεγκίστρων, στις οποίες αξιοποιείται κατά κόρον το φαλσέττο. Ανάλογες, αλλά διακριτές, πρακτικές γρήγορης εναλλαγής ρεγκίστρων εντοπίζονται στην πολυφωνική μουσική των Baka [Μπάκα] της Κεντρικής Αφρικής.
Στη δυτική παράδοση, ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα οι άνδρες τραγουδιστές καλλιέργησαν την υψηλή φωνητική περιοχή. Οι δάσκαλοι, συχνά καστράτοι της εποχής, δίδασκαν τεχνικές ομαλής μετάβασης μεταξύ ρεγκίστρων, ώστε οι υψηλοί φθόγγοι να αποδίδονται με ενιαία ηχητική ποιότητα. Η συνδυαστική αυτή πρακτική αναπτύχθηκε στην Ιταλία και διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ στη Γαλλία διατηρήθηκε η προτίμηση για την υψηλή ανδρική φωνή, χωρίς εκτεταμένη χρήση φαλσέττου. Ο Georg Friedrich Händel [Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ], εντασσόμενος κυρίως στην ιταλική παράδοση της όπερα σέρια, συνέθεσε φωνητικά μέρη πρωτίστως για καστράτους, ενώ ο Henry Purcell [Χένρυ Πέρσελ], στο πλαίσιο του αγγλικού Μπαρόκ, ανέπτυξε διαφορετική φωνητική αισθητική με μικρότερη εξάρτηση από τους καστράτους.
Έως τα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, οι οξύφωνοι προσέγγιζαν συχνά την υψηλή φωνητική περιοχή μέσω φαλσέττου. Αρκετοί από αυτούς, όπως οι Giovanni Battista Rubini [Τζοβάνι Μπαττίστα Ρουμπίνι] και John Braham [Τζων Μπράχαμ], διακρίθηκαν για την ικανότητά τους να εναλλάσσουν γρήγορα στηθική φωνή και φαλσέττο προς επίτευξη ιδιαίτερων ηχοχρωματικών αποτελεσμάτων. Η πρακτική αυτή μεταβλήθηκε από τον 19ο αιώνα, όταν ο οξύφωνος Gilbert-Louis Duprez [Ζιλμπέρ-Λουί Ντυπρέ] εισήγαγε την απόδοση των ψηλότερων φθόγγων με στηθική φωνή, διαμορφώνοντας το πρότυπο του σύγχρονου οξυφώνου με ηρωικό χαρακτήρα.
Από τότε έως σήμερα το φαλσέττο διατηρείται ως διακριτή τεχνική και ρεγκίστρο, αξιοποιούμενο στην κλασική μουσική, ιδίως από κόντρα τενόρους, καθώς και σε σύγχρονα είδη όπως η ποπ, η σόουλ, η χέβυ μέταλ και η ρυθμ-εντ-μπλουζ. Απαντά τόσο σε ανδρικές όσο και σε γυναικείες φωνές· στις γυναικείες φωνές παρουσιάζει λειτουργική και ηχητική εγγύτητα με την κεφαλική φωνή, γεγονός που δυσχεραίνει τη σαφή ακουστική διάκρισή τους.
Πέραν της τραγουδιστικής του λειτουργίας, το φαλσέττο αξιοποιείται και ως ομιλητική τεχνική, με στόχο τη φωνητική διαμόρφωση χαρακτήρων στο θέατρο και στις λαϊκές παραστατικές παραδόσεις. Στον Καραγκιόζη, ο καραγκιοζοπαίκτης διαφοροποιεί δεκάδες πρόσωπα μέσω της φωνής, καταφεύγοντας στο φαλσέττο για τους γυναικείους ρόλους και για ορισμένες κωμικές φιγούρες υψηλού τόνου. Ανάλογη πρακτική απαντά διεθνώς στις τεχνικές της σκηνικής μίμησης και της φωνητικής υπόδυσης του έτερου φύλου: στους μίμους και στα σύγχρονα ντραγκ σόου, η μετάβαση στο φαλσέττο σηματοδοτεί κωμικά ή δραματικά την έμφυλη μεταμόρφωση, ενώ στο ιαπωνικό Καμπούκι ο ηθοποιός των γυναικείων ρόλων, ονναγκάτα, και στην όπερα του Πεκίνου οι ερμηνευτές των ρόλων νταν [dan] χρησιμοποιούν συστηματικά υψηλή, οξεία φώνηση συγγενή προς το φαλσέττο. Στο βρετανικό κουκλοθέατρο Punch and Judy [Πανς και Τζούντυ], τέλος, ο χαρακτηριστικός οξύς φθόγγος του πρωταγωνιστή παράγεται με ειδικό εξάρτημα (swazzle), επιτείνοντας την ανοικειωτική και κωμική λειτουργία της τεχνητά ανυψωμένης φωνής. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το φαλσέττο λειτουργεί ως σημειωτικό εργαλείο: δεν αποσκοπεί στη μελωδική απόδοση αλλά στη διάκριση προσώπων, στη δήλωση φύλου ή ηλικίας και στην παραγωγή κωμικού ή τελετουργικού αποτελέσματος.