Ως διαδικασία αυθόρμητης δημιουργίας, ο αυτοσχεδιασμός απαντά σε όλα τα πεδία των παραστατικών τεχνών.
Στο θέατρο συνιστά ουσιώδες στοιχείο της διδακτικής της υποκριτικής τέχνης (ως μάθημα στις δραματικές σχολές), της τεχνικής προετοιμασίας (τρέινινγκ) του ηθοποιού, αλλά και του παραστασιακού γεγονότος. Οι ρίζες του θεατρικού αυτοσχεδιασμού εντοπίζονται στην τέχνη των αρχαίων αοιδών που αυτοσχεδίαζαν προφορικά για τη σύνθεση των επικών ποιημάτων. Παράλληλα, σχετίζονται με τα αρχέγονα δρώμενα και τις τελετουργικές πράξεις για τη γονιμότητα και τη βλάστηση προς τιμήν του θεού Διονύσου, ενώ, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη [Aristotle], από τους αυτοσχεδιασμούς γεννήθηκαν η τραγωδία και η κωμωδία· η τραγωδία με τους ἐξάρχοντες του διθυράμβου και η κωμωδία με τους ἐξάρχοντες των φαλλικών τραγουδιών (Περὶ Ποιητικῆς, IV, 1449α). Το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο κυριαρχούσε στο αρχαίο λαϊκό δραματικό είδος του μίμου, ενώ διατηρήθηκε στη σκηνή των Φλυάκων των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας, καθώς και στην ατελλανή φάρσα και τον ρωμαϊκό παντόμιμο. Η τεχνική του αυτοσχεδιασμού αξιοποιήθηκε εν συνεχεία στο βυζαντινό μιμοθέατρο και τα θεάματα των πλανόδιων θιάσων του Μεσαίωνα, ενώ τον 15ο αιώνα γνώρισε μία αναγέννηση, μέσω της καθιέρωσής της στην ιταλική λαϊκή παράδοση των παραστάσεων της κομμέντια ντελλ άρτε.
Στο σύγχρονο Δυτικό θέατρο από τις αρχές του 20ού αιώνα ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavsky] και ο Jacques Copeau [Ζακ Κοπώ] αναγνώρισαν την αξία του αυτοσχεδιασμού για την ανάπτυξη της σωματικής και φωνητικής δεξιοτεχνίας του/της ηθοποιού, ενώ η Viola Spolin [Βαϊόλα Σπόλιν] υπήρξε από τη δεκαετία του 1940 η εισηγήτρια του θεατρικού παιχνιδιού ως μορφής θεατρικού αυτοσχεδιασμού πάνω σε ένα θέμα/συνθήκη ή μια οδηγία. Οι σκηνικοί πειραματισμοί των δεκαετιών του ’60 και ’70 υπήρξαν καθοριστικοί για την έρευνα και αναζήτηση νέων χειρονομιακών, λεκτικών και σωματικών κωδίκων που προώθησαν την ανάπτυξη του αυτοσχεδιασμού ως συλλογικής δημιουργικής πρακτικής, μέσω της επίδρασης της καλλιτεχνικής δράσης του Θεατρικού Εργαστηρίου του Jerzy Grotowski [Γέρζι Γκροτόφσκι], του Living Theatre, του Théâtre du Soleil [Θέατρο του Ήλιου] κ.ά. Η δημιουργική διαδικασία του αυτοσχεδιασμού συνιστά πυρηνικό στοιχείο του παραστασιακού γεγονότος σύγχρονων μορφών θεάτρου, όπως του σωματικού θεάτρου, του θεάτρου της επινόησης, του θεάτρου των καταπιεσμένων κ.ά.
Στον χορό ο αυτοσχεδιασμός αξιοποιείται ως μέσο χορογραφικής σύνθεσης, σκηνικής παρουσίασης, πειραματικής έρευνας ή/και ως εκπαιδευτικό εργαλείο, ενώ συνιστά βασικό μάθημα των Ανωτέρων Σχολών Χορού. Στις αρχές του 20ού αιώνα η Isadora Duncan [Ιζαντόρα Ντάνκαν/Ισιδώρα Ντάνκαν] αξιοποίησε τον αυτοσχεδιασμό για την ανακάλυψη των φυσικών δυνατοτήτων του σώματος, ενώ στον σύγχρονο χορό ο αυτοσχεδιασμός χρησιμοποιήθηκε ως μέσο διερεύνησης της αυθεντικής κίνησης από εμβληματικούς χορογράφους, όπως οι Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ], Merce Cunningham [Μερς Κάνινγκχαμ], Yvonne Rainer [Υβόν Ράινερ], Trisha Brown [Τρίσα Μπράουν], Twyla Tharp [Τουάιλα Θαρπ], Bill T. Jones [Μπιλ Τ. Τζόουνς], Mark Morris [Μαρκ Μόρις] κ.ά. Μια σύγχρονη χορογραφική πρακτική συνιστά ο αυτοσχεδιασμός επαφής [contact improvisation], ο οποίος αναπτύχθηκε στην Αμερική τη δεκαετία του 1970 από τον χορευτή και χορογράφο Steve Paxton [Στιβ Πάξτον].
Στην μουσική ο όρος αυτοσχεδιασμός περιγράφει τη διαδικασία σύνθεσης ενός μουσικού έργου σε πραγματικό χρόνο, τη στιγμή που αποδίδεται. Πρόκειται για την εν πολλοίς αυθόρμητη κατασκευή μελωδίας και ρυθμού ως ανταπόκριση σε κάποια παρόρμηση ή συναίσθημα, είτε ακολουθώντας το πλαίσιο κάποιου συγκεκριμένου μορφολογικού προτύπου (φούγκα, φόρμα blues κ.λπ.) είτε ελεύθερα. Η μουσική δραστηριότητα όλων των πολιτισμών εμπεριέχει την αυτοσχεδιαστική πράξη σε διαφορετικό βαθμό κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, σε ορισμένους πολιτισμούς η ικανότητα αυτοσχεδιασμού θεωρείται ύψιστη απόδειξη μουσικότητας, σε άλλους προτεραιοποιείται η απόδοση ήδη πλήρως συντεθειμένων έργων, ενώ άλλοι χαρακτηρίζονται από τη, σε διαφορετικό ποσοστό, συνύπαρξη προσυντεθειμένου υλικού και αυτοσχεδιαστικής πράξης. Ο αυτοσχεδιασμός ενυπάρχει στον Δυτικό μουσικό κανόνα από την περίοδο του Μεσαίωνα, ενώ συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της αφρο-αμερικάνικης μουσικής και της τζαζ, των μουσικών της δυτικής Ασίας, της Αφρικής, της Ινδίας, της Άπω Ανατολής, των ιθαγενών Αμερικανών, των Αβορίγινων κ.ά. Αναμενόμενα και στην αστικολαϊκή και εξωαστική μουσική του ελλαδικού χώρου ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί καίρια δημιουργική τεχνική της.
Στον φωνητικό αυτοσχεδιασμό η φωνή συνιστά το κύριο όργανο ηχοπαραγωγής, μέσω του οποίου διερευνώνται τα όρια της σωματικής ηχητικότητας. Μια από τις πρώτες συστηματοποιημένες μορφές του, το scat singing ή scatting, αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στην τζαζ μουσική. Αποτελεί ρυθμικό και μελωδικό αυτοσχεδιασμό με τη χρήση συλλαβών χωρίς συγκεκριμένο νόημα. Η μεταπολεμική δυτικοευρωπαϊκή πρωτοποριακή μουσική, βασιζόμενη σε όλες τις παραπάνω συνισταμένες, ενσωμάτωσε τον αυτοσχεδιασμό σε διαφορετικούς βαθμούς ως δημιουργικό της στοιχείο, με τη φωνή να αποτελεί, εκτός από φορέα λόγου και μελωδίας, πηγή ακατέργαστου ήχου [noise], αναπνοής, κραυγής και άλλων μέσων έκφρασης. Μια διαδεδομένη σύγχρονη πρακτική φωνητικού αυτοσχεδιασμού συνιστά ο φωνητικός κύκλος [vocal circle ή circlesong], μία συλλογική αυτοσχεδιαστική σύνθεση με μοναδικό ή κύριο όργανο τη φωνή.