Ο ντανταϊσμός ή νταντά αναδύθηκε το 1916 στη Ζυρίχη της ουδέτερης Ελβετίας, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως καλλιτεχνικό και πνευματικό κίνημα που άσκησε δριμεία κριτική στον πόλεμο, τον εθνικισμό, τον ορθολογισμό, την αστική κουλτούρα, το εμπόριο της τέχνης και τις πρότερες καλλιτεχνικές συμβάσεις. Αποτέλεσε ριζοσπαστική αντίδραση απέναντι στις αξίες του δυτικού πολιτισμού, οι οποίες θεωρήθηκαν υπεύθυνες για τη βία και την καταστροφή του πολέμου. Από τη Ζυρίχη διαδόθηκε στο Βερολίνο, το Ανόβερο, την Κολωνία, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, προσλαμβάνοντας σε κάθε πόλη διαφορετική χροιά: πολιτικά οξυμένη στο Βερολίνο, με αποκορύφωμα την Πρώτη Διεθνή Έκθεση Νταντά [Erste Internationale Dada-Messe] του 1920, και περισσότερο εννοιακή στη Νέα Υόρκη. Η διάρκειά του υπήρξε σύντομη, καθώς η επιρροή του άρχισε να φθίνει στις αρχές της δεκαετίας του 1920, με την άνοδο του σουρεαλισμού στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1920.
Κεντρική μορφή του ντανταϊσμού υπήρξε ο Hugo Ball [Χούγκο Μπαλ], ο οποίος τον Φεβρουάριο του 1916, μαζί με την ποιήτρια και ερμηνεύτρια Emmy Hennings [Έμμυ Χέννινγκς], εγκαινίασε στη Ζυρίχη το Cabaret Voltaire [Καμπαρέ Βολταίρ], έναν υβριδικό χώρο καλλιτεχνικής έκφρασης και πειραματισμού, όπου συνυπήρχαν εκθέσεις, απαγγελίες, μουσική, χορός και προκλητικές δράσεις. Στον πυρήνα της ομάδας ανήκαν ο ποιητής Tristan Tzara [Τριστάν Τζαρά], ο Marcel Janco [Μαρσέλ Ζάνκο], ο Richard Huelsenbeck [Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ] και ο Hans/Jean Arp [Χανς/Ζαν Αρπ]. Ο Tzara, συγγραφέας του Μανιφέστου Νταντά 1918 [Manifeste Dada 1918], διεκδίκησε την πατρότητα του όρου νταντά, την οποία αμφισβήτησε ο Huelsenbeck, υποστηρίζοντας ότι η λέξη εντοπίστηκε τυχαία σε ένα γερμανογαλλικό λεξικό. Η προέλευση του ονόματος παραμένει αβέβαιη, με ερμηνείες που κυμαίνονται από τις πρώτες άναρθρες λέξεις ενός βρέφους και τη διπλή κατάφαση «ναι, ναι» στα ρουμανικά έως το «ξύλινο αλογάκι» της γαλλικής παιδικής γλώσσας. Για τον Ball ο όρος ήταν ιδανικός, καθώς μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και ταυτόχρονα τίποτα.
Οι βραδιές του Cabaret Voltaire και, από το 1917, της Galerie Dada [Γκαλερί Νταντά] διαμόρφωσαν ένα πρώιμο πρότυπο επιτέλεσης: ταυτόχρονα ποιήματα [poèmes simultanés] απαγγελλόμενα από πολλές φωνές σε διαφορετικές γλώσσες, θορυβισμό [bruitisme], χοροί με τις μάσκες του Janco και συστηματική πρόκληση του κοινού. Ο Ball απήγγειλε το 1916 το ποίημα "Karawane" [«Καραβάνι»], ντυμένος με κυβιστικό κοστούμι από χαρτόνι, εγκαινιάζοντας τη φωνητική ποίηση, «στίχους χωρίς λέξεις» που απελευθέρωναν τη γλώσσα από το νόημα. Στην ίδια γραμμή, ο Kurt Schwitters [Κουρτ Σβίττερς], ιδρυτής της συγγενούς παραλλαγής Merz [Μερτς] στο Ανόβερο, συνέθεσε την "Ursonate" [«Πρωτοσονάτα»] (1922 – 1932), εκτενή σύνθεση ηχομιμητικών λέξεων δομημένη κατά το πρότυπο της σονάτας. Χορεύτριες όπως η Sophie Taeuber-Arp [Σοφί Τόιμπερ-Αρπ] και μαθήτριες της σχολής του Rudolf von Laban [Ρούντολφ φον Λάμπαν] συμμετείχαν στις ντανταϊστικές βραδιές, συνδέοντας το κίνημα με τον εκφραστικό χορό.
Στη ζωγραφική, τη γλυπτική, το κολλάζ και το φωτομοντάζ διακρίθηκαν καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες όπως ο Arp, ο Otto Dix [Όττο Ντιξ], η Hannah Höch [Χάννα Χαιχ], ο Raoul Hausmann [Ραούλ Χάουσμανν] και ο Francis Picabia [Φρανσίς Πικαμπιά]. Εμβληματική μορφή υπήρξε ο Marcel Duchamp [Μαρσέλ Ντυσάν], ο οποίος από το 1913 ανέδειξε σε έργα τέχνης βιομηχανικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης και, εγκατεστημένος από το 1915 στη Νέα Υόρκη, τα ονόμασε έτοιμα αντικείμενα [ready-made], αμφισβητώντας τη «μεταφυσική αύρα» του έργου τέχνης και υποστηρίζοντας ότι η καλλιτεχνική επιλογή αρκεί για να καταστεί τέχνη οποιοδήποτε αντικείμενο.
Το κίνημα χαρακτηρίζεται από έντονη πολυμορφία, καθώς οι ντανταϊστές/ντανταΐστριες υιοθέτησαν ένα ευρύ φάσμα πρακτικών, όπως η επιτέλεση, η ποίηση και η ζωγραφική, καθώς και τεχνικών όπως το φωτομοντάζ, το κολλάζ και το ασαμπλάζ. Η ποικιλία αυτή συνέβαλε στην απουσία συνοχής και ομοιομορφίας των έργων τους. Κοινός παρονομαστής των ντανταϊστικών πρακτικών υπήρξε η έννοια της τυχαιότητας, η οποία εντοπίζεται τόσο στη χρήση έτοιμων αντικειμένων όσο και στη δημιουργία ποιημάτων και κολλάζ, τα οποία λειτούργησαν ως προάγγελοι της αυτόματης γραφής του σουρεαλισμού. Ο αντισυμβατικός και σατιρικός χαρακτήρας του κινήματος, που απέρριπτε κάθε σταθερή ταυτότητα —ακόμη και τις δικές του συμβάσεις— συμπυκνώνεται στη ρήση του Tzara «οι αληθινοί ντανταϊστές είναι εναντίον του νταντά». Αισθητικά, ο ντανταϊσμός υιοθέτησε μια εσκεμμένα χαοτική και άναρχη προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στο παράλογο, το αυθαίρετο και το αντιαισθητικό, με στόχο την πρόκληση σύγχυσης και αποστροφής.
Παρά τη σύντομη διάρκειά του, ο ντανταϊσμός άσκησε βαθιά επιρροή στη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη. Το ντανταϊστικό πνεύμα διαπέρασε το μπαλέτο Relâche [Δεν δίδεται παράστασις] του Picabia για τα Σουηδικά Μπαλέτα (1924), με μουσική του Erik Satie [Ερίκ Σατί] και την κινηματογραφική παρένθεση Entr'acte [Διάλειμμα] του René Clair [Ρενέ Κλαιρ], και κληροδοτήθηκε στον σουρεαλισμό, τον νεοντανταϊσμό, το Φλούξους, το χάπενινγκ, την εννοιακή τέχνη, την εγκατάσταση, τη σωματική τέχνη και την τέχνη της επιτέλεσης.