Η χορηγία ήταν μία από τις κοινωνικές λειτουργίες που θεσπίστηκαν στην αρχαία Αθήνα μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη [Cleisthenes] (508 π.Χ.) και συνίστατο στην ανάληψη της πλήρους χρηματοδότησης του Χορού (δραματικού ή διθυραμβικού) που συμμετείχε σε μία παράσταση κατά τους δραματικούς αγώνες. Πέρα από τα Διονύσια, χορηγοί όριζαν οι φυλές και για άλλες εορτές, όπως τα Θαργήλια και τα Παναθήναια, με διαφορετικό κατά περίπτωση έπαθλο για τη νικήτρια φυλή. Στόχος της χορηγίας ήταν να διασφαλίσει τη συμμετοχή εύπορων πολιτών στις δημόσιες δαπάνες, παράλληλα με την ενίσχυση της πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της πόλης. Οι χορηγοί συχνά αποκτούσαν κύρος και πολιτική επιρροή μέσω της συμμετοχής τους, κάτι που τους καθιστούσε εξέχοντες πολίτες.
Ως λειτουργία, η χορηγία είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα και βάρυνε τους πολίτες που υπερέβαιναν ορισμένο περιουσιακό όριο. Προβλέπονταν, ωστόσο, απαλλαγές για συγκεκριμένα πρόσωπα ή γένη, ενώ ο διορισμένος χορηγός μπορούσε να αμφισβητήσει την επιβάρυνσή του μέσω της διαδικασίας της αντιδόσεως, προτείνοντας ανταλλαγή περιουσίας με πολίτη που θεωρούσε ευπορότερο. Η ένταση ανάμεσα στον υποχρεωτικό χαρακτήρα της παροχής και στην τιμητική της πρόσληψη αποτελεί βασικό γνώρισμα του θεσμού και τον διαφοροποιεί από τη δωρεά. Ενδεικτικό του δημόσιου χαρακτήρα του αξιώματος είναι ότι το πρόσωπο του χορηγού προστατευόταν νομικά κατά τη διάρκεια της θητείας του, όπως προκύπτει από τον λόγο του Δημοσθένη Κατά Μειδίου.
Η νίκη στους αγώνες αποδιδόταν στη φυλή και όχι στον ίδιο τον χορηγό, ο οποίος όμως αναλάμβανε την ανάθεση του επάθλου στον θεό. Ο χορηγικός τρίπους στηνόταν σε ενεπίγραφη βάση που κατέγραφε το όνομα του χορηγού, τη φυλή, τον χοροδιδάσκαλο, τον αυλητή και τον επώνυμο άρχοντα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η ανάθεση έπαιρνε τη μορφή αυτοτελούς χορηγικού μνημείου, όπως το μνημείο του Λυσικράτους και το μνημείο του Θρασύλλου. Οι αναθέσεις αυτές συνιστούν την αρχαία μορφή του αντισταθμίσματος προβολής που χαρακτηρίζει τη χορηγία διαχρονικά.
Η χορηγία δεν υπήρξε αποκλειστικά αθηναϊκός θεσμός. Μαρτυρείται σε πλήθος ελληνικών πόλεων, μεταξύ των οποίων η Σίφνος, η Αίγινα, η Μυτιλήνη, η Θήβα, ο Ορχομενός και η Κέα, ενώ στις πόλεις της Μικράς Ασίας η χορηγική συνεισφορά είχε παγιωθεί ως σταθερό χρηματικό ποσό. Η πρόσφατη έρευνα έχει αναθεωρήσει την παραδοσιακή αντίληψη περί αθηνοκεντρικού χαρακτήρα του θεάτρου και της χρηματοδότησής του, τεκμηριώνοντας ανάλογες πρακτικές σε δεκάδες αττικούς δήμους και σε πάνω από εκατόν είκοσι ανεξάρτητες πόλεις.
Η οικονομική πίεση που ασκούσε η χορηγία οδήγησε σταδιακά σε προσαρμογές. Από το 406 π.Χ. επιτράπηκε η από κοινού ανάληψη της χορηγίας από δύο πολίτες (συγχορηγία), ενώ, τουλάχιστον στα Θαργήλια, δύο φυλές μπορούσαν να συμπράξουν για τη συγκρότηση ενός Χορού. Σε περιπτώσεις αδυναμίας, η ίδια η πόλη αναλάμβανε τη χορηγία για λογαριασμό φυλών, όπως μαρτυρεί η επιγραφή του μνημείου του Θρασύλλου, όπου ως χορηγός εμφανίζεται ο δήμος. Η μεταρρύθμιση των τελών του 4ου αιώνα π.Χ. δεν αποτελεί, επομένως, αιφνίδια τομή, αλλά κατάληξη μιας μακράς πορείας σταδιακής εμπλοκής του κράτους.
Μεταξύ του 317 π.Χ. και του 307 π.Χ., υπό το καθεστώς του Δημήτριου του Φαληρέα [Demetrius Phalereus], η χορηγία αντικαταστάθηκε από τον θεσμό των αγωνοθετών, στους οποίους το κράτος ανέθετε τη διαχείριση και τη συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων για τους αγώνες. Αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί την πρώτη φάση «κρατικοποίησης» του θεσμού της χορηγίας, με το κράτος να αναλαμβάνει ενεργότερη συμμετοχή στην πολιτιστική παραγωγή.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η χορηγία συνέχισε να υπάρχει υπό τη μορφή της ευεργεσίας [patronage], κυρίως από πλούσιους ιδιώτες και πολιτικούς που στόχευαν στην υποστήριξη καλλιτεχνών, λογοτεχνών και δημόσιων έργων ως μέσο ενδυνάμωσης της πολιτικής τους θέσης. Χαρακτηριστικότερη μορφή υπήρξε ο Γάιος Κίλνιος Μαικήνας (περ. 70-8 π.Χ.), σύμβουλος του Αυγούστου και προστάτης του Βεργιλίου, του Ορατίου και του Βαρίου, του οποίου το όνομα κατέστη επώνυμο του θεσμού στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (mécénat, Mäzenatentum, mecenatismo).
Στους μεσαιωνικούς χρόνους, η έννοια της χορηγίας περιορίστηκε σημαντικά λόγω της κυριαρχίας της Εκκλησίας, η οποία ανέλαβε τον κύριο ρόλο του χρηματοδότη καλλιτεχνικών έργων. Στην Αναγέννηση, η χορηγία αναβίωσε μέσω των ευγενών και των φεουδαρχικών ηγεμόνων, όπως οι Μέδικοι, οι οποίοι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των καλών τεχνών και των επιστημών.
Στη νεότερη Ευρώπη, η χορηγία εξελίχθηκε ως μέρος ενός αστικού και βιομηχανικού πολιτισμού, με εύπορα μέλη του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα να χρηματοδοτούν θεατρικές και μουσικές παραγωγές ή ακόμη και ιδρύματα, όπως μουσεία.
Στη σύγχρονη ελληνική και διεθνή πραγματικότητα, η χορηγία αφορά την υποστήριξη του πολιτισμού από τον ιδιωτικό τομέα, ενίοτε σε συνεργασία με το δημόσιο. Μορφές σύγχρονης χορηγίας περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση πολιτιστικών εκδηλώσεων, όπως παραστάσεις, φεστιβάλ, εκθέσεις, συνέδρια, την παροχή υπηρεσιών ή προϊόντων, όπως φιλοξενία, μεταφορά, τεχνικός εξοπλισμός, καθώς και υποστήριξη καινοτόμων καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών, όπως ψηφιακές παραστάσεις, πολυμεσικά έργα.
Ιδιαίτερη θέση έχει η πολιτιστική χορηγία στην Ελλάδα, η οποία κατοχυρώνεται νομικά από τον Νόμο 3525/2007, όπως ισχύει, καθορίζοντας τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις, τα κίνητρα και τα αντισταθμίσματα της χορηγικής προσφοράς. Ο νόμος διακρίνει ρητά τη χορηγία από συγγενείς έννοιες, οριοθετώντας το πεδίο εφαρμογής της. Αντίστοιχα θεσμικά πλαίσια υπάρχουν και σε άλλες χώρες, προσαρμοσμένα στις πολιτιστικές και κοινωνικές τους ιδιαιτερότητες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον γαλλικό νόμο της 1ης Αυγούστου 2003 για το mécénat.
Η οριοθέτηση της χορηγίας έναντι της εμπορικής χορηγικής συμφωνίας (sponsoring) αποτελεί σήμερα αντικείμενο θεσμικού και ορολογικού διαλόγου διεθνώς. Ενώ η χορηγία θεμελιώνεται στην ενίσχυση του πολιτιστικού αγαθού με αντιστάθμισμα την προβολή του κοινωνικού προσώπου του χορηγού, το sponsoring συνιστά συμφωνία εμπορικού σκοπού με μετρήσιμο επικοινωνιακό αντάλλαγμα. Η σχέση των δύο μορφών, καθώς και τα όρια της ιδιωτικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση δημόσιων πολιτιστικών θεσμών, συζητούνται ενεργά στην ευρωπαϊκή πολιτιστική πολιτική.
Η χορηγία, εξελισσόμενη από λειτουργία της αρχαίας Αθήνας, αποτελεί σήμερα έναν από τους κύριους μηχανισμούς στήριξης της πολιτιστικής παραγωγής. Η αναβίωσή της ως θεσμού, με έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις και τη συνεργασία δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, δημιουργεί δυναμικές για την έμπρακτη ενίσχυση της καλλιτεχνικής έκφρασης και της πολιτιστικής δημιουργίας.