Ο όρος μπουρλέσκ [burlesque] προέρχεται από την ιταλική λέξη burla, η οποία σημαίνει αστείο, σκώμμα ή γελοιοποίηση. Οι καταβολές του είδους συνδέονται στενά με την παράδοση της κομμέντια ντελλ άρτε, όπου η χρήση της μάσκας, ο αυτοσχεδιασμός και η έντονη σωματικότητα στόχευαν στη διακωμώδηση των κατεστημένων αξιών. Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του όρου (με τον αρχικό ιταλικό τύπο burlesco) εντοπίζεται τον 16ο αιώνα στα σατιρικά ποιήματα του Francesco Berni [Φραντσέσκο Μπέρνι], ο οποίος εισήγαγε έναν τρόπο γραφής που αντιμετώπιζε «σοβαρά» τα ταπεινά θέματα και «ταπεινά» τα υψηλά.
Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, το μπουρλέσκ αναπτύχθηκε στη Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία ως ένα ανατρεπτικό λογοτεχνικό και δραματουργικό εργαλείο. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος υπήρξε ο Paul Scarron [Πωλ Σκαρρόν], ενώ εμβληματικά δείγματα παρωδίας αποτελούν η όπερα-μπαλάντα Η όπερα του ζητιάνου [The Beggar's Opera, 1727] των John Gay [Τζων Γκαίυ] και Johann Christoph Pepusch [Γιόχαν Κρίστοφ Πέπους ]και το κωμικοτραγικό δράμα Η τραγωδία των τραγωδιών [The Tragedy of Tragedies (1731)] του Henry Fielding [Χένρυ Φήλντινγκ], τα οποία σατίριζαν την υπερβολή της όπερας και τα πολιτικά ήθη της εποχής. Στο πεδίο της μουσικής, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει συνθέσεις με εκκεντρικό και συχνά γκροτέσκο χαρακτήρα. Ο Johann Sebastian Bach [Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ], και αργότερα δημιουργοί όπως ο Béla Bartók [Μπέλα Μπάρτοκ], ο Igor Stravinsky [Ίγκορ Στραβίνσκι] και ο Max Reger [Μαξ Ρέγκερ], αξιοποίησαν τις απότομες δυναμικές εναλλαγές και τις ρυθμικές ανατροπές του μπουρλέσκ για να δημιουργήσουν έργα που αμφισβητούσαν την κλασική αρμονία.
Κατά τον 19ο αιώνα, το βικτωριανό μπουρλέσκ γνώρισε αξιοσημείωτη άνθηση στα θέατρα του Λονδίνου. Πρόκειται για μουσικοθεατρικές παρωδίες γνωστών έργων ή οπερών, όπου η αντίθεση μεταξύ της «υψηλής» τέχνης και της λαϊκής ψυχαγωγίας παρήγαγε το κωμικό αποτέλεσμα. Στη δεκαετία του 1860, το βικτωριανό μπουρλέσκ μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον θίασο των «British Blondes» της Lydia Thompson [Λύντια Τόμσον], προκαλώντας αίσθηση με την τολμηρή εμφάνιση των ερμηνευτριών και την άμεση αποστροφή στο κοινό ενώ περίπου την ίδια εποχή, ο συγγραφέας και ηθοποιός John Brougham [Τζων Μπρούαμ] διαμόρφωσε το αμερικανικό μπουρλέσκ με την παρωδία σε δύο πράξεις Metamora; or, The Last of the Pollywogs [Μεταμόρα; ή Ο Τελευταίος των Ναυτικών του Ισημερινού (1847)] και τη μουσική παρωδία Po-Ca-Hon-Tas; or, The Gentle Savage [Πο-κα-χόν-τας ή Η ευγενής αγρία (1855)], απευθυνόμενος στο λαϊκό κοινό και αποδομώντας με σατιρικό τρόπο μύθους και αποικιακές αφηγήσεις. Το αμερικανικό μπουρλέσκ επηρεάστηκε από τα σόου μίνστρελ [minstrel shows], τους ζωντανούς πίνακες [tableaux vivants], τα λαϊκά μουσεία αξιοπερίεργων θεαμάτων [dime museums] και το τσίρκο και συνδέθηκε άρρηκτα με το βωντβίλ, ενσωματώνοντας ακροβατικά νούμερα, καρναβαλικά στοιχεία, πολιτική σάτιρα και πληθωρικά χορευτικά νούμερα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η δομή του μπουρλέσκ τυποποιήθηκε σε τρία μέρη, με το χιούμορ να αποκτά ολοένα και πιο τολμηρό περιεχόμενο. Σταδιακά, η έμφαση μετατοπίστηκε από την κωμική παρωδία στη σεξουαλική πρόκληση, με την ενσωμάτωση του στριπτήζ ως κυρίαρχου στοιχείου. Η Μεγάλη Ύφεση και η αυστηρή λογοκρισία οδήγησαν στην παρακμή του είδους: το 1937, το κλείσιμο των θεάτρων μπουρλέσκ στη Νέα Υόρκη σηματοδότησε την περιθωριοποίησή του, καθώς το καλλιτεχνικό περιεχόμενο υποχώρησε μπροστά στην ωμή επίδειξη του σώματος.
Από τη δεκαετία του 1990, το μπουρλέσκ γνωρίζει μια δυναμική αναβίωση μέσω του νεο-μπουρλέσκ. Η νέα αυτή τάση επαναπροσδιορίζει το είδος, συνδυάζοντας τη λάμψη των περασμένων δεκαετιών με σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες. Κεντρικές μορφές όπως η Dita Von Teese [Ντίτα φον Τηζ] επανέφεραν την αισθητική του είδους στο προσκήνιο, ενώ το κίνημα συνολικά προωθεί τη διαφορετικότητα, τη θετικότητα του σώματος [body positivity] και τη σεξουαλική απελευθέρωση. Συχνά ενσωματώνει εναέρια ακροβατικά, χορό σε στύλο, στοιχεία φετίχ και σαδομαζοχιστικών πρακτικών καθώς και παρωδία της πολιτικής επικαιρότητας, ενώ ορισμένες φορές αντλεί έμπνευση από τις ηρωίδες των νέο νουάρ [neo-noir] ταινιών ή ακόμη και από χαρακτήρες ταινιών της Disney [Ντίσνεϋ] αναδιαμορφώνοντας υπάρχουσες αφηγήσεις.