Το προσωπείο αποτελούσε βασικό μέρος της σκευής ήδη στην προδραματική και τελετουργική μορφή του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Συνδεόταν κυρίως με τη λατρεία του Διονύσου, κατεξοχήν θεού της μεταμφίεσης και της μεταμόρφωσης. Τουλάχιστον μέχρι και τον 4ο αι. π.Χ. δηλωνόταν με τον όρο πρόσωπον (Δημοσθένης, Περὶ τῆς Παραπρεσβείας, 287), ο οποίος σήμαινε επίσης την ανθρώπινη όψη. Ο όρος προσωπεῖον απαντά προς τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. (Θεόφραστος, Χαρακτῆρες, 6.3), ενώ την ίδια σημασία είχε και ο τύπος προσώπιον.
Από τον 6ο αι. π.Χ. τα προσωπεία απέκτησαν θεατρική χρήση. Κατά την παράδοση, η επινόηση του πρώτου θεατρικού προσωπείου από λινό ύφασμα (ὀθόνη) αποδίδεται στον Θέσπι (περ. 534 π.Χ.). Ο Χοιρίλος (τέλη 6ου αι. π.Χ.) φέρεται να το βελτίωσε ζωγραφίζοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Ο Φρύνιχος (τέλη 6ου αι. π.Χ.) εισήγαγε τα γυναικεία προσωπεία, καλυμμένα με λευκή βαφή, ενώ στα ανδρικά η επιδερμίδα παρουσιαζόταν σκουρόχρωμη. Στον Αισχύλο (αρχές 5ου αι. π.Χ.) αποδίδεται η πολυχρωμία και η πιο ρεαλιστική τους εμφάνιση. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. τα προσωπεία απέδιδαν αδρά ανθρώπινους τύπους με «ουδέτερη» έκφραση. Αρχικά κάλυπταν μόνο το πρόσωπο, ενώ γύρω στο 430 π.Χ. πήραν τη μορφή κράνους.
Προσωπεία έφεραν οι υποκριτές, ο Χορός και τα κωφά πρόσωπα. Η χρήση τους εξυπηρετούσε πολλαπλούς σκοπούς: α) επέτρεπαν την εναλλαγή ρόλων από τον περιορισμένο αριθμό υποκριτών· β) καθιστούσαν δυνατή την απόδοση γυναικείων ρόλων από άνδρες υποκριτές· γ) τα υπερτονισμένα χαρακτηριστικά και ο έντονος χρωματισμός τους βοηθούσαν το κοινό, που καθόταν σε μεγάλη απόσταση, να αναγνωρίζει τον χαρακτήρα, την ηλικία και την κοινωνική του θέση· δ) παλαιότερη ερμηνεία τούς απέδιδε λειτουργία ηχείου που ενίσχυε τη φωνή, άποψη η οποία δεν γίνεται σήμερα δεκτή.
Τα θεατρικά προσωπεία κατασκευάζονταν από φθαρτά υλικά και για τον λόγο αυτό δεν σώζεται κανένα δείγμα από την αρχαιότητα. Βάση αποτελούσε το σκληρυμένο λινό ύφασμα, επιχρισμένο με γύψο και χρωματισμένο, ενώ οι πηγές αναφέρουν επίσης ξύλο, φελλό και δέρμα, με ανθρώπινη ή ζωική τρίχα για την κόμη και τη γενειάδα. Η γνώση μας στηρίζεται συνεπώς σε έμμεσα τεκμήρια: στις γραμματειακές μαρτυρίες, στα αναθηματικά προσωπεία από πηλό και μάρμαρο που αφιερώνονταν σε ιερά, καθώς και στην εικονογραφία. Η αττική αγγειογραφία του 5ου αι. π.Χ. αποδίδει υποκριτές που κρατούν ή φορούν προσωπεία, με κορυφαίο τεκμήριο τον κρατήρα του Προνόμου (περ. 400 π.Χ.), ο οποίος εικονίζει ολόκληρο τον θίασο ενός σατυρικού δράματος. Την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο τεκμηριώνουν τα πήλινα ειδώλια, οι τοιχογραφίες της Πομπηίας και τα ψηφιδωτά.
Στην τραγωδία τα προσωπεία συνέβαλαν στην παρουσίαση επιβλητικών μορφών. Στην αρχαία κωμωδία τόνιζαν το γκροτέσκο στοιχείο, ενώ ο Χορός έφερε συχνά ζωόμορφα προσωπεία. Στη νέα κωμωδία ήταν πιο ρεαλιστικά και αντιστοιχούσαν σε τύπους, όπως του ηλικιωμένου και του δούλου, ενώ τα μορφολογικά τους χαρακτηριστικά λειτουργούσαν κατά τις αρχές της αρχαίας φυσιογνωμικής, υποδηλώνοντας ηθικές προδιαθέσεις τις οποίες το κοινό αποκωδικοποιούσε κατά τη διάρκεια της παράστασης. Το σατυρικό προσωπείο απέδιδε τη χαρακτηριστική εμφάνιση των Σατύρων: μυτερά αυτιά, κοκκινωπό πρόσωπο, μαύρη γενειάδα και μακριά μαλλιά. Ο γερο-Σειληνός (Σειληνὸς πάππος) είχε λευκή γενειάδα και φαλάκρα, ενώ οι ήρωες του σατυρικού δράματος έφεραν τραγικά προσωπεία.
Από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. εισήχθη το τραγικό προσωπείο μὲ ὄγκον, πυργόμορφη μάζα μαλλιών πάνω από το μέτωπο, ενώ το άνοιγμα του στόματος έγινε αφύσικα φαρδύ. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, με την καθιέρωση της διώροφης σκηνής και τη μετάθεση της δράσης στο υπερυψωμένο λογείον, το προσωπείο κάλυπτε μόνο την μπροστινή πλευρά του προσώπου, καθώς οι υποκριτές έπαιζαν μετωπικά προς το κοινό. Ο Πολυδεύκης (Ὀνομαστικόν, 4.133 κ.ε.) παραδίδει κατάλογο 76 στερεότυπων προσωπείων της κλασικής και της ελληνιστικής περιόδου (28 τραγικά, 44 κωμικά και 4 σατυρικά), ταξινομημένων βάσει ηλικίας, φύλου και κοινωνικής θέσης. Η χρήση τυποποιημένων προσωπείων υιοθετήθηκε και στο ρωμαϊκό θέατρο (λατ. persona), μέσω της ελληνικής και ιδίως της κατωιταλικής επιρροής, τόσο στην ατελλανή φάρσα όσο και, τουλάχιστον από τον 1ο αι. π.Χ., στην τραγωδία και στην κωμωδία. Στον παντόμιμο ο μιμοχορευτής ενσάρκωνε μυθολογικούς χαρακτήρες φορώντας σειρά εκφραστικών προσωπείων με κλειστό στόμα, καθώς δεν μιλούσε. Με την επικράτηση του μιμοθέατρου η χρήση των προσωπείων ατόνησε.
Η αναβίωση του αρχαίου δράματος στη σύγχρονη σκηνή επανέφερε το ενδιαφέρον για το προσωπείο, αρχικά ως εργαλείο εκπαίδευσης του/της ηθοποιού στο έργο του Βσέβολοντ Μέγερχολντ [Vsevolod Meyerhold] και του Jacques Copeau [Ζακ Κοπώ]. Στα ίχνη του Copeau κινήθηκαν οι Jean-Louis Barrault [Ζαν-Λουί Μπαρρώ] στην Orestie [Ορέστεια] (1955) και Tyrone Guthrie [Τάυρον Γκάθρι] στον Oedipus Rex [Οιδίπους Τύραννος] (1955), ενώ ο Peter Hall [Πήτερ Χωλλ] το αξιοποίησε συστηματικά στην Oresteia [Ορέστεια] (1981) και στις Bacchae [Βάκχες] (2002), θεωρώντας το αναγκαίο μέσο για τη διαχείριση των τραγικών παθών. Ο Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι], στην Orestea (una commedia organica?) [Ορέστεια (μια οργανική κωμωδία;)] (1995), το μετέγραψε σε καρναβαλική και παιδική εικονογραφία. Στη νεοελληνική σκηνή η χρήση του προσωπείου συνδέθηκε με ιδεολογικές τοποθετήσεις και με αρχαιοπρεπή προσέγγιση του δράματος: πρωτοεμφανίστηκε στις Δελφικές Εορτές του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού (Προμηθεύς Δεσμώτης, 1927· Ικέτιδες, 1930) και συνεχίστηκε από τον Λίνο Καρζή και τον Σωκράτη Καραντινό. Ο Κάρολος Κουν, σε συνεργασία με τους εικαστικούς Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Μόραλη και Διονύση Φωτόπουλο, καθιέρωσε το ημιπροσωπείο, συσχετίζοντας το αρχαίο δράμα με τη λαϊκή τελετουργία και επηρεάζοντας τον Μίνωα Βολανάκη. Ο Σταύρος Ντουφεξής, με τον κατασκευαστή προσωπείων Θάνο Βόβολη, επανέφερε το προσωπείο που καλύπτει ολόκληρη την κεφαλή, με έμφαση στην ακουστική του λειτουργία, ενώ προσωπεία αξιοποίησαν επίσης ο Νίκος Χαραλάμπους, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Θόδωρος Τερζόπουλος και η Ασπασία Κράλλη.
Για τη χρήση του προσωπείου εκτός του αρχαίου δράματος, βλ. το λήμμα προσωπίδα ή μάσκα.