Το θέατρο σκιών Karagöz [Καραγκιόζ] αποτελούσε διαδεδομένη μορφή λαϊκού θεάματος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήδη από τον 16ο αιώνα. Το είδος αυτό εισήχθη σταδιακά στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Δυο βασικές θεωρίες επικρατούν για τον τρόπο έλευσης του είδους στην Ελλάδα: είτε μέσω Κωνσταντινούπολης, είτε μέσω Βαλκανίων, όπου υπήρχε πλούσια κωμική και σατιρική παράδοση. Μέσα από μια διαδικασία λαϊκής προσαρμογής και πλήρους ελληνοποίησης, στην οποία πρωτοστάτησαν οι Γιάννης Μπράχαλης, Δημήτριος Σαρντούνης ή Μίμαρος, Αντώνης Μόλλας και άλλοι πρωτοπόροι καραγκιοζοπαίκτες στα τέλη του 19ου αι, απέκτησε νέα θεματολογία, κωμική τυπολογία προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες , ευέλικτη γλωσσική φυσιογνωμία και νέα πολιτισμική διάσταση. Η ελληνική του εκδοχή αντανακλά την καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων, ασκεί κοινωνική κριτική και αποτυπώνει τη διαμόρφωση στοιχείων της νεοελληνικής ταυτότητας.
Εικαστικά, ο Καραγκιόζης αποδίδεται ως φιγούρα με υπερμεγέθη μύτη, μακρύ χέρι και καμπούρα, στοιχεία που εντείνουν την κωμική και σατιρική λειτουργία του. Στις παλιότερες εκδοχές προς τα μέσα του 19ου αιώνα υπήρχε πιθανότατα και φαλλοφορία. Τα γυμνά πόδια του και τα φτωχικά και μπαλωμένα ρούχα του υποδηλώνουν τη θέση του ως περιθωριακού και άπορου ήρωα. Οι φιγούρες, κατασκευασμένες από δέρμα ή χαρτόνι, ενίοτε και από ζελατίνα, είναι ζωγραφισμένες, αρθρωτές και προβάλλονται πίσω από τον φωτισμένο μπερντέ. Τις φιγούρες χειρίζεται ο καραγκιοζοπαίκτης, ο οποίος αναλαμβάνει την ερμηνεία όλων των τύπων, εναλλάσσοντας διαλέκτους και εκφραστικά μέσα. Η απόδοσή του χαρακτηρίζεται από έντονη αυτοσχεδιαστική διάθεση που επιτρέπει την ενσωμάτωση επίκαιρων αναφορών. Η παράσταση πλαισιωνόταν παλιότερα κατά κανόνα από ζωντανή μουσική με λαϊκά όργανα ενώ κάθε φιγούρα είχε το χαρακτηριστικό της μουσικό εξαγγελτικό μοτίβο: αμανές για την είσοδο του Χατζηαβάτη, τσάμικος για την είσοδο του Μπαρμπαγιώργου, καντάδα για την είσοδο του Διονύσιου, ρεμπέτικο για τον Σταύρακα, κ.ο.κ.
Δραματουργικά, ο Καραγκιόζης λειτουργεί ως σχολιαστής και καταλύτης των γεγονότων, συνδυάζοντας την πονηριά του λαϊκού ήρωα με την αφέλεια και το θράσος του βιοπαλαιστή. Αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με τεχνάσματα, φάρσες και ευρηματικές απρόβλεπτες λύσεις, ενώ συχνά σατιρίζει την εξουσία, τις κοινωνικές ανισότητες και τις πολιτικές συγκυρίες, προσφέροντας έμμεση αλλά αιχμηρή κριτική. Γύρω του αναπτύσσεται ένας σταθερός θίασος δευτερευόντων τύπων, όπως ο Χατζηαβάτης, υπηρέτης και κόλακας της εξουσίας, ο Μπαρμπαγιώργος, ορεσίβιος κτηνοτρόφος της Ρούμελης, αφελής και βίαιος, ο Σιορ Διονύσιος ή Νιόνιος, ξεπεσμένος επτανήσιος αριστοκράτης, ο Εβραίος τοκογλύφος ή έμπορος Σαλομών ή Αβραμίκος, ο θρασύδειλος και καυχησιάρης κουτσαβάκης Σταύρακας, ο επίσης θρασύδειλος κρητικός Μανούσος, η γκρινιάρα σύζυγος του Καραγκιόζη Αγλαΐα και οι τρεις γιοι τους, ο Κολλητήρης, ο Κοπρίτης και ο Πιτσικόκος ή Μπιριγκόγκος. Με έναν επιτυχημένο συγκερασμό στοιχείων του οθωμανικού Καραγκιόζ και της ελληνικής επιθεώρησης ο Αντώνης Μόλλας πρόσθεσε στους παραπάνω τον τύπο του Μορφονιού, με τεράστια μύτη, γαλλική μόρφωση, μεγαλομανία, θηλυπρέπεια και εξάρτηση από τη μητέρα του που δεν εμφανίζεται ποτέ. Αντίκρυ τους βρίσκονται οι ήρωες που κατοικούν στο Σαράι: η ποθητή Πασοπούλα ή Βεζυροπούλα, οι βίαιοι Βεληγκέκας και Ταχήρ, ο συχνά μειλίχιος και δίκαιος Βεζύρης ή Πασάς. Οι τύποι αυτοί ενσαρκώνουν τοπικά, κοινωνικά και ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα και συμβάλλουν στη διακωμώδηση ταξικών και πολιτισμικών διαφορών. Η αντίθεση καλύβας του Καραγκιόζη και Σαραγιού του Πασά αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αφού στον Οθωμανικό Καραγκιόζ ήταν απαγορευμένο να απεικονίζονται αξιωματούχοι της Αυτοκρατορίας.
Η θεματολογία του ελληνικού θεάτρου σκιών περιλαμβάνει κωμικές καθημερινές ιστορίες που αντλούν υλικό από την αστική και αγροτική πραγματικότητα, ηρωικά έργα εμπνευσμένα κυρίως από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, καθώς και διασκευές μύθων και παραμυθιών. Στον γλωσσικό του κώδικα συναντάται μείγμα καθομιλουμένης, καθαρεύουσας και διαλεκτικών ιδιωμάτων, ενώ η τεχνική της ερμηνείας όλων των ρόλων από έναν μόνο πολυδύναμο επιτελεστή με την εναλλαγή χρωματισμών, τόνου και χροιάς της φωνής, ενισχύει τη θεατρικότητα και την αμεσότητα της παράστασης.
Από θεατρολογική σκοπιά, ο Καραγκιόζης αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση λαϊκού θεάτρου: ο καραγκιοζοπαίκτης έχει ελάχιστη μόρφωση, αν δεν είναι αναλφάβητος, διαθέτει όμως εξαιρετικές αυτοσχεδιαστικές ικανότητες, ενώ υποβοηθείται στην περίπλοκη αυτή διαδικασία από την ήδη υπάρχουσα κωμική τυπολογία που διαμορφώθηκε ανώνυμα σε βάθος χρόνου. Γνωμικά, παροιμίες, ευφυολογήματα, ιστορίες, παραμύθια, ανέκδοτα μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν στην παράσταση. Παρά την περιθωριοποίησή του ως ζωντανού θεάματος μετά τα μέσα του 20ού αιώνα, λόγω της διάδοσης του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, παραμένει ζωντανό μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, φεστιβάλ, πολιτιστικών εκδηλώσεων, σύγχρονων ψηφιακών μέσων, κυρίως όμως ενός μεγάλου αριθμού νέων καραγκιοζοπαικτών. Η διαχρονική παρουσία του Καραγκιόζη και η δυνατότητα που διαθέτει να συνδυάζει την ψυχαγωγία με αιχμηρή κοινωνική και πολιτική σάτιρα, το κωμικό με το παράλογο, τον σαρκασμό με τον αυτοσαρκασμό καθιστούν τον Καραγκιόζη αναπόσπαστο στοιχείο της νεοελληνικής θεατρικής ιστορίας και της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.