Thymele Logo
Search

φάρσα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 5
Videos Icon 6
[1]

Ορισμός

Είδος κωμικού θεάτρου με αυστηρή δραματουργική δομή, στερεότυπους χαρακτήρες και ταχύ ρυθμό δράσης, το οποίο αξιοποιεί τη σύμπτωση, την παρανόηση, τη μεταμφίεση και τη σωματικότητα ως κύρια εκφραστικά μέσα, αποσκοπώντας στο πηγαίο γέλιο και στην αμφισβήτηση των κοινωνικών συμβάσεων.

Ανάπτυξη

Η φάρσα συνιστά είδος κωμικού θεάτρου με βαθιές ρίζες στη λαϊκή παράδοση και έντονη σκηνική θεατρικότητα, που δεν αναπτύσσεται μέσα από την επεξεργασία ιδεών ή την ψυχολογική εμβάθυνση των χαρακτήρων, αλλά μέσα από τη δράση και την απόλαυση της ίντριγκας. Οι ίδιες οι πράξεις των προσώπων μαρτυρούν τον χαρακτήρα τους, χωρίς διαμεσολάβηση από λογοτεχνίζοντα λόγο, στοιχείο που εξηγεί τη διαχρονική ανθεκτικότητα της φάρσας. Ο κωμικός μηχανισμός της φάρσας βασίζεται στην εξέγερση, την εκδίκηση, τη σύμπτωση και τον καταιγιστικό ρυθμό διαδοχής των γεγονότων, με την αξιοποίηση τεχνικών όπως οι ψευδείς ταυτότητες, οι μεταμφιέσεις, οι κρυψώνες, τα σωματικά κωμικά ευρήματα (π.χ. πτώσεις, χειροδικίες κ.λπ.) και το γλωσσικό χιούμορ. Παρότι το είδος δεν δήλωνε ανοιχτά σατιρική πρόθεση, υπονόμευσε σταθερά κοινωνικές συμβάσεις, θεσμούς και ιεραρχίες, λειτουργώντας ως μηχανισμός αποσυμπίεσης για το κοινό.


Προδρομικές μορφές της φάρσας εντοπίζονται ήδη στην ελληνική αρχαιότητα, σε είδη όπως οι φλύακες, το μιμοθέατρο και η αρχαία κωμωδία, καθώς και στο ρωμαϊκό θέατρο, στις κωμωδίες του Πλαύτου [Titus Maccius Plautus] και στην αγροτική ατελλανή φάρσα [fabula Atellana]. Ο ίδιος ο όρος ανάγεται στο λατινικό ρήμα farcire («παραγεμίζω»), καθώς farces ονομάστηκαν αρχικά στα γαλλικά οι κωμικές παρένθετες σκηνές που γέμιζαν τα κενά των μεσαιωνικών θρησκευτικών δραμάτων. Το είδος αυτονομήθηκε σταδιακά και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Γαλλία μεταξύ 1450 και 1550, με σύντομα έμμετρα έργα παρουσιαζόμενα σε εξωτερικούς χώρους πάνω σε πρόχειρες εξέδρες, στα οποία πρωταγωνιστούσαν μονοδιάστατα τυπικά πρόσωπα: άπιστες ή τυραννικές γυναίκες, απατημένοι σύζυγοι, ανόητα ή εύπιστα άτομα, δειλοί στρατιώτες, ακόλαστοι ιερείς και επιτήδειοι απατεώνες. Η Farce de Maître Pathelin [Η Φάρσα του δικηγόρου Πατελέν] θεωρήθηκε η αρτιότερη φάρσα της εποχής, αγγίζοντας το επίπεδο της κωμωδίας, ενώ φαρσικά στοιχεία ενσωματώθηκαν και σε πολλές κωμωδίες του Μολιέρου [[Jean-Baptiste Poquelin, Molière], κατά τον 17ο αιώνα.


Κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού, η γαλλική σκηνή ανέδειξε δύο κορυφαίους εκπροσώπους: α) τον Eugène Labiche [Ευγένιο Λαμπίς] (1815–1888), ο οποίος βάπτισε «φάρσα» το βωντβίλ και ανέπτυξε περαιτέρω τις τεχνικές του ευποίητου έργου με επιτυχίες όπως το Un chapeau de paille d'Italie [Ένα ψάθινο καπέλο από την Ιταλία, 1851], το Le Voyage de Monsieur Perrichon [Το ταξίδι του κυρίου Περισόν] και την L'Affaire de la rue de Lourcine [Υπόθεση της οδού Λουρσίν], και β) τον Georges Feydeau [Ζωρζ Φεντώ] (1862–1921), που ανήγαγε τη φαρσική γραφή στην τεχνική κορύφωσή της εκθέτοντας ανελέητα τα απωθημένα της αστικής τάξης, και δυναμιτίζοντας το είδος με φρενήρη ρυθμό και μία αλλοπρόσαλλη ακολουθία γεγονότων που αγγίζει το παράλογο. Έργα του όπως το L'Hôtel du libre échange [Ξενοδοχείον ο Παράδεισος], η La Puce à l'oreille [Ψύλλοι στ' αφτιά], η La Dame de chez Maxim [Η κυρία του Μαξίμ] και Occupe-toi d'Amélie [Το νου σου στην Αμέλια] εδραίωσαν την αυστηρή, γεωμετρικής ακρίβειας τρίπρακτη δραματουργική δομή του είδους: στην πρώτη πράξη η συζυγική και οικογενειακή ισορροπία στο αστικό σαλόνι διαταράσσεται, στη δεύτερη η δράση μεταφέρεται στο «άντρον της αμαρτίας» (π.χ. σε ξενοδοχεία παράνομων συναντήσεων, σε κακόφημα νυχτερινά κέντρα, σε διαμερίσματα εργένηδων, σε οίκους ανοχής) όπου χάνεται κάθε έλεγχος, και στην τρίτη η δράση επιστρέφει στο σαλόνι όπου επέρχεται άφεση των αμαρτιών και μία νέα, εύθραυστη ισορροπία.


Στη ρωσική και την βρετανική σκηνή του τέλους του 19ου αιώνα, η κληρονομιά της φάρσας τροφοδότησε καθοριστικά το έργο σημαντικών δραματουργών. Ο Άντον Τσέχωφ [Anton Chekhov], χαρακτήρισε ο ίδιος «αστεία σε μία πράξη» (шутка в одном дей ствии) τις μονόπρακτες κωμωδίες του Η Αρκούδα (1888) και Πρόταση γάμου (1889). Την ίδια εποχή, ο Όσκαρ Ουάιλντ [Oscar Wilde] με το Η σημασία του να είσαι σοβαρός [The Importance of Being Earnest, 1895] συγκέρασε εμβληματικά τη φαρσική τεχνική των ψευδών ταυτοτήτων και των διαδοχικών αποκαλύψεων με την κωμωδία ηθών, καυτηριάζοντας με κομψότητα τη βικτωριανή αστική τάξη. Φαρσικές δομές αφομοίωσε δημιουργικά και το θέατρο του παραλόγου: οι Καρέκλες του Ιονέσκο [Eugène Ionesco] φέρουν τον υπότιτλο «τραγική φάρσα», ο Dario Fo [Ντάριο Φο] με τον Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού (1970) ανέδειξε την πολιτική διάσταση του είδους, ενώ ο Joe Orton [Τζο Όρτον] στο What the Butler Saw [Τι είδε ο μπάτλερ, 1969] συνέδεσε την τεχνική του Feydeau με μια ριζοσπαστική κριτική της ψυχιατρικής εξουσίας, της σεξουαλικής ηθικής και των αστικών θεσμών, καθιερώνοντας τη λεγόμενη «μαύρη φάρσα» στη νέα βρετανική σκηνή της «οργισμένης γενιάς». Στο ίδιο πνεύμα, ο Michael Frayn [Μάικλ Φρέυν] με το Το σώσε [Noises Off, 1982] προσέθεσε στη φάρσα μια αυτοαναφορική, μεταθεατρική διάσταση, εκθέτοντας τη σκηνική μηχανική του ίδιου του είδους. Στην ελληνική σκηνή, φαρσικές δομές αξιοποίησαν συγγραφείς όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Αλέκος Σακελλάριος σε συνεργασία με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο και το δίδυμο Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου.


Στο λυρικό θέατρο, η φάρσα τροφοδότησε πλήθος λιμπρέτων: η ίδια η ονομασία farsa αποτέλεσε επίσημη κατηγορία της ιταλικής μονόπρακτης κωμικής όπερας του πρώιμου 19ου αιώνα, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πρώιμες όπερες του Gioacchino Rossini [Τζοακίνο Ροσσίνι] (La cambiale di matrimonio [Η συναλλαγματική του γάμου, 1810], Il signor Bruschino [Ο κύριος Μπρουσκίνο, 1813]), ενώ η δραματουργική τεχνική της φάρσας χαρακτήρισε αργότερα τον Falstaff [Φάλσταφ, 1893] του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι] και τον Gianni Schicchi [Τζάννι Σκίκκι, 1918] του Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι]. Παράλληλα, η οπερέττα ανέδειξε τη φάρσα ως κατεξοχήν δραματουργικό της υπόστρωμα: η Νυχτερίδα [Die Fledermaus, 1874] του Johann Strauss II [Γιόχαν Στράους του νεότερου], βασισμένη σε διασκευή της γαλλικής φάρσας Le Réveillon [Το ρεβεγιόν] των Henri Meilhac [Ανρί Μεγιάκ] και Ludovic Halévy [Λυντοβίκ Αλεβύ], οργανώνει την πλοκή της γύρω από ένα εκδικητικό σχέδιο μεταμφιέσεων, ψευδών ταυτοτήτων και ερωτικών συμπτώσεων στους χαρακτηριστικούς χώρους της αστικής φάρσας: σαλόνι, πάρτυ μεταμφιεσμένων με άφθονο αλκοόλ, φυλακή και πίσω στο σαλόνι. Στο ίδιο ρεύμα εντάχθηκαν και άλλες εμβληματικές οπερέττες, όπως η Εύθυμη χήρα [Die lustige Witwe, 1905] του Franz Lehár [Φραντς Λεχάρ]. Τέλος, η φάρσα μεταφέρθηκε στη σύγχρονη κινηματογραφική και τηλεοπτική κωμωδία.

Αγγλικά
farce
Γαλλικά
farce, la
Γερμανικά
Farce, die
Ιταλικά
farsa, la

Σχετικοί όροι

κωμωδία, βωντβίλ, ίντριγκα, πλοκή, ρεαλισμός, αστικό δράμα, ευποίητο έργο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

(..) Η φάρσα δεν αναλύει κοινωνικούς χαρακτήρες, πολιτικά σύνδρομα, αλλά είναι όμως βαθιά πολιτική γιατί ο ρυθμός της, οι ανατροπές της, ο παραλογισμός των σχέσεων, το απροσδόκητο των συναντήσεων, ο αιφνιδιασμός των αντιδράσεων εγγράφονται μέσα σ’ ένα απροσδιόριστο εθνικά, ιδεολογικά, ιστορικά τοπίο αλλά εξόχως ανθρώπινο διαχρονικά. Γι’ αυτό και η φάρσα διαρκεί και είναι ουσιαστικά αθάνατη.

Απόσπασμα από κριτικό σημείωμα του Κώστα Γεωργουσόπουλου για την παράσταση των Ρέππα-Παπαθανασίου Γαμπροί για πούλημα.

Γεωργουσόπουλος, Κ. (2016, 28 Φεβρουαρίου). Η εθνική μας φάρσα. ΤΑ ΝΕΑ. www.tanea.gr...

Quote Icon

"Genre multiséculaire et largement populaire, plaisant à tous, brillamment illustré encore au cours de la première moitié du XVIIe siècle, la farce se voit durement dénigrée, vilipendée et chassée de la belle littérature théâtrale par les doctes et les dramaturges qui, sous le regard de Richelieu, instaurent le classicisme. Elle est désormais considérée comme un genre méprisable, mineur, qu’on voudrait voir disparaître. […] Farce et farceur deviennent des mots de mépris quand on veut dénigrer une comédie ou l’art d’un acteur et les cantonner au plaisir du peuple grossier, du peuple pris en un sens restreint et péjoratif."


«Είδος διαχρονικό και ευρύτατα λαϊκό, ευχάριστο σε όλους, που εξακολουθεί να καλλιεργείται με λαμπρό τρόπο έως και κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, η φάρσα απαξιώνεται, διασύρεται και εξορίζεται από τον χώρο της ποιοτικής δραματικής λογοτεχνίας από τους λογίους και τους δραματουργούς που, υπό το βλέμμα του Ρισελιέ, εγκαθιδρύουν τον κλασσικισμό. Έκτοτε θεωρείται ένα αξιοκαταφρόνητο, δευτερεύον είδος, που θα ήθελαν να το δουν να εξαφανίζεται. […] Φάρσα και φαρσέρ καταντούν λέξεις περιφρονητικές όταν κάποιος θέλει να κακολογήσει μια κωμωδία ή την τέχνη ενός ηθοποιού και να την περιορίσει στην ευχαρίστηση του άξεστου λαού, του λαού νοούμενου εδώ με μια στενή και μειωτική σημασία.»

Στο απόσπασμα ο Charles Mazouer [Σαρλ Μαζουέ] περιγράφει πώς η φάρσα, είδος διαχρονικό και βαθιά λαϊκό, απαξιώθηκε και εξοβελίστηκε από την «υψηλή» δραματική λογοτεχνία με την εδραίωση του κλασσικισμού υπό τον Richelieu [Ρισελιέ]. Οι όροι «farce» [φάρσα] και «farceur» [φαρσέρ, δηλαδή φαρσικός ηθοποιός] μετατράπηκαν σε λέξεις περιφρονητικές, συνδεδεμένες με την τέρψη του «άξεστου λαού». Το χωρίο φωτίζει έτσι την κοινωνική και αισθητική υποτίμηση της φάρσας ως «κατώτερου» θεατρικού είδους κατά τον 17ο αιώνα.

Mazouer, Ch. (2004). La farce au XVIIe siècle : un genre populaire. Littératures classiques, 51, 157-170.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Σύγχρονη παράσταση-μεταγραφή της γαλλικής μεσαιωνικής φάρσας La Farce de Maître Pathelin, που παρουσιάστηκε στο Le…

Η Ζωή Λάσκαρη ως «Γαριδάκι», νεαρή χορεύτρια του καμπαρέ «Μαξίμ», και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος ως…

Ψύλλοι στ' αυτιά [La Puce à l'oreille] του Georges Feydeau, σε σκηνοθεσία Γιάννη…

Ραδιοφωνική ηχογράφηση της φάρσας Δεν είμ' εγώ ή Η Λογική (1915) του Γρηγορίου Ξενόπουλου, για…

Η οπερέττα Die Fledermaus [Η Νυχτερίδα, 1874] του Johann Strauss II [Γιόχαν Στράους…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Παράσταση φάρσας από περιπλανώμενο θίασο κατά τον Μεσαίωνα. Ακουαρέλα από chansonnier [άλμπουμ με τραγούδια] που…

Κuzmá Σεργκέγιεβιτς Πετρόφ-Βόντκιν [Kuzma Sergeevich Petrov-Vodkin] (1878–1939), Θέατρο. Φάρσα [Театр. Фарс], 1907, λάδι σε καμβά.

Αφίσα της παράστασης What the Butler Saw [Τι είδε ο μπάτλερ] του Joe…

Ο Γιώργος Κιμούλης και ο Κώστας Αρζόγλου στην παράσταση Ζητείται τενόρος [Lend Me a…

Πορτραίτο-σκίτσο του Βασίλη Τσιβιλίκα (1936-2020) από τον πολυτάλαντο ηθοποιό και εικαστικό Μιχάλη Νικολινάκο (1935–2005).

Στην…

Σκηνή από το έργο του Μάικλ Φρέιν Michael Frayn, Noises Off. Παράσταση του…

βασική

Boucquey, T. (1991). Mirages de la farce: Fête des fous, Bruegel et Molière. Amsterdam: John Benjamins Publishing Company.

Enders, J. (2023). Trial by Farce: A Dozen Medieval French Comedies in English for the Modern Stage. Michigan: University of Michigan Press.

Faivre B. (1993). Répertoire des farces françaises des origines à Tabarin. Paris: Imprimerie Nationale-Paris.

Hüsken, W., Schoell, K., & Søndergaard, L. (Eds.). (2002). Farce and Farcical Elements.U.K.: Brill. doi.org...

Koopmans, J. (2017). Écritures de la farce aux XVe et XVIe siècles ? European Drama & Performance Studies, 9, 45–58.

Milner Davis, J. (1984). Φάρσα (Ι. Ράλλη & Κ. Χατζηδήμου, Μετ.). Η γλώσσα της κριτικής, 28. Αθήνα: Ερμής.

Rémond, F. (2025). Les apports des études carnavalesques aux études théâtrales. Lire la farce renaissante à travers les rituels festifs pan-européens. In N. Gauthard, B. Mauffret, & M. Salzbrunn (Eds.), Enquêter en carnaval. Presses universitaires de Rennes. doi.org...

Rey-Flaud, B. (1984). La farce ou la machine à rire. Théorie d'un genre dramatique 1450-1550. Switzerland: Droz.

Tissier, A. (ed.) (1986-2000). Recueil de farces 1450-1550. 13 τόμοι. Switzerland: Droz.

συμπληρωματική

Guynn, N. D. (2006). A Justice to Come: The Role of Ethics in La Farce de Maistre Pierre Pathelin. Theatre Survey, 47 (1),13– 31.

Koopmans, J. (2013). Quand la farce fait scandale. Cahiers de recherches médiévales et humanistes, 25. journals.openedition.org...

Koopmans, J. (2016). La farce, genre noble aux prises avec la facétie?. Cahiers de recherches médiévales et humanistes, 32, 147-163. journals.openedition.org...

Leroux, N. (1979). La Farce du Moyen Âge. Études françaises, 15(1-2), 87-107. doi.org...

Mazouer, C. (1998). Le Théâtre français du moyen âge. Paris: SEDES

Ververopoulou, Z. (2006). La Théâtralité de la ruse dans la farce française du Moyen Âge. In C. Emerson & M. Scott (Eds.), Artful Deceptions. Verbal and Visual Trickery in French Culture (σσ. 209-226). Switzerland: Peter Lang.

Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου, Χ. (2003). Πτυχές του ευρωπαϊκού δράματος. Αθήνα: Επτάλοφος.

Τσατσούλης, Δ. (2019). Μεσαιωνική Φάρσα – Ρακίνας – Καστελλούτσι. Κείμενα για το Ευρωπαϊκό Θέατρο και την πρόσληψή του (σσ. 19-101). Αθήνα: Παπαζήση.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. φάρσα. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/φάρσα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «φάρσα». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/φάρσα.

MLA

«φάρσα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/φάρσα.

1733