Ο όρος ηχοτοπίο πρωτοεμφανίζεται στο πλαίσιο της ακουστικής οικολογίας ή οικολογίας ηχοτοπίου [acoustic ecology, ecoacoustics] στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ενώ τη δεκαετία του 1970 εγκαθιδρύεται ο σχετικός επιστημονικός κλάδος. Εισηγητής της έννοιας του ηχοτοπίου ήταν ο συνθέτης και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του έργου The World Soundscape Project (W.S.P.), R. Murray Schafer [Ρ. Μάρεϊ Σέιφερ]. Στον πυρήνα του όρου εδράζεται η πεποίθηση ότι όλες οι τοποθεσίες έχουν μία μοναδική ακουστική ταυτότητα και ότι οι ήχοι δημιουργούν σύνθετη σχέση ανάμεσα στους χώρους και την πρόσληψή τους από τον άνθρωπο. Το ηχοτοπίο, δηλαδή, δεν σχετίζεται μόνο με το σύνολο των ήχων ενός περιβάλλοντος, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίον οι ήχοι προσλαμβάνονται από τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτό. Τα ηχοτοπία αφορούν σε πραγματικά περιβάλλοντα, τα οποία βιώνονται σε πραγματικό χρόνο ή μέσω ηχογραφήσεων, και σε μουσικές συνθέσεις ή εγκαταστάσεις, στις οποίες εμπλέκονται τεχνικές συνάρμοσης [montage] και μίξης.
Το ηχοτοπίο ως μουσική δημιουργία αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός είδους ηλεκτροακουστικής μουσικής, που ονομάστηκε «σύνθεση ηχοτοπίου». Σε αντίθεση με τη διαδικασία της ηχογράφησης του ηχοτοπίου, η οποία είναι καταγραφική, η σύνθεση μπορεί να είναι αφηγηματική και να αφορά στην παρατήρηση και πολιτισμική ερμηνεία της ηχητικής ταυτότητας του τόπου. Στη σύνθεση ηχοτοπίων γίνεται χρήση αναγνωρίσιμων περιβαλλοντικών ήχων (φυσικών, ανθρώπινων, αστικών, βιομηχανικών κ.ά., ηχογραφημένων ή επεξεργασμένων) και συσχετισμών, μέσω των οποίων διαμορφώνεται ένα πλαίσιο ενεργοποίησης της μνήμης και της φαντασίας του/της ακροατή/ακροάτριας σε σχέση με το ακουστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνθετών/συνθετριών-εκπροσώπων του είδους είναι ο Bruce Davis [Μπρους Ντέιβις], ο Barry Truax [Μπάρυ Τρούαξ], η Hildegard Westerkamp [Χίλντεγκαρντ Ουέστερκαμπ], η Annea Lockwood [Άνια Λόκγουντ], ο Bill Fontana [Μπιλ Φοντάνα] και ο Brian Eno [Μπράιαν Ήνο].
Το ηχοτοπίο στο θέατρο και στις παρασταστικές τέχνες εν γένει, με αξιοσημείωτη χρήση στο πεδίο των υβριδικών ειδών, δύναται να αξιοποιήσει ένα ευρύ φάσμα ήχων, προκειμένου να συμβάλει στη διαμόρφωση της επιθυμητής ατμόσφαιρας, να ενισχύσει τη ροή της αφήγησης και την επιτελεστική εμπειρία, λειτουργώντας ως δραματουργικό μέσο. Για την παραστασιακή αξιοποίηση των ηχοτοπίων χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές, όπως η ηχογράφηση πεδίου, η επεξεργασία και σύνθεση ήχων σε στούντιο, η ζωντανή παραγωγή ήχου κατά τη διάρκεια της παράστασης ή η χρήση αντικειμένων που παράγουν ήχους. Σήμερα, πολλοί/πολλές σύγχρονοι/σύγχρονες σκηνοθέτες/σκηνοθέτριες και χορογράφοι επιλέγουν τη χρήση ηχοτοπίων προκειμένου να ενισχύσουν την ατμόσφαιρα της παράστασης και να προσελκύσουν την προσοχή των θεατών/θεατριών, εξουδετερώνοντας τους περισπασμούς και τους ήχους του θεατρικού χώρου. Αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις δημιουργών που αξιοποιούν την τεχνική του ηχοτοπίου επί σκηνής είναι οι Merce Cunningham [Μερς Κάνινγκχαμ] και John Cage [Τζων Κέιτζ], Katie Mitchell [Κέιτι Μίτσελ], Heiner Goebbels [Χάινερ Γκέμπελς], Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι], καθώς και οι Μιχαήλ Μαρμαρινός [Michail Marmarinos], Δημήτρης Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou] και Δημήτρης Καμαρωτός.
Στη μουσική εκπαίδευση, το ηχοτοπίο αξιοποιείται ως εργαλείο ανάπτυξης και ενεργοποίησης της ακουστικής αντίληψης, της δημιουργικότητας και της περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης. Μέσα από τη δημιουργία και την ανάλυση ηχοτοπίων, οι μαθητές/μαθήτριες ενθαρρύνονται να ακροώνται ενεργητικά το περιβάλλον τους, να αναγνωρίζουν ηχητικές πηγές και να τις ταξινομούν, να πειραματίζονται με ηχογραφήσεις και τεχνικές επεξεργασίας, και να συνθέτουν ηχητικές αφηγήσεις που αποτυπώνουν τοπικές ή φανταστικές ακουστικές πραγματικότητες. Η πρακτική αυτή προάγει όχι μόνο την καλλιτεχνική έκφραση, αλλά και τη διαθεματική προσέγγιση της μουσικής, συνδέοντάς τη με τη γεωγραφία, την οικολογία, την τεχνολογία και τη λογοτεχνία.
Ειδικότερα στον τομέα του θεάτρου στην εκπαίδευση, το ηχοτοπίο αποτελεί μία από τις καταγεγραμμένες τεχνικές, η οποία επιτρέπει στα συμμετέχοντα μέλη να υπεισέρχονται με πιο αισθητηριακούς – μη λεκτικούς τρόπους στην παιδαγωγική διαδικασία και να κατανοούν τη σκηνική δράση πέρα από το γλωσσικό και το σωματικό στοιχείο.