Στην κλασική εποχή, ο κόθορνος ήταν υπόδημα που χρησιμοποιούσαν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες. Κάθε ζεύγος αποτελούταν από δύο όμοια υποδήματα, που προσαρμόζονταν και στα δύο πόδια αδιακρίτως. Ως προς τη μορφή τους, επρόκειτο για φαρδιές μπότες που περιέβαλλαν την κνήμη και έκλειναν σταθερά στο επάνω μέρος (Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, 1.155.4, 6.125.3-4· Ξενοφών, Ἑλληνικά, 2.3.31, 2.3.47). Ήταν θρακικής προέλευσης και αρχικά λογιζόταν το χαρακτηριστικό υπόδημα του θεού Διονύσου.
Κατά τον 5ο αι. π.Χ., συνδέθηκαν με το αρχαίο θέατρο ως το υπόδημα των τραγικών υποκριτών. Στις αγγειογραφίες της εποχής, οι τραγικοί υποκριτές απεικονίζονται άλλοτε απέδιλοι και άλλοτε με υποδήματα που έχουν τη μορφή ελαφριάς και εύκαμπτης δερμάτινης μπότας στο ύψος της γάμπας ή του γονάτου, με χαμηλές σόλες (καττύματα). Σε ορισμένες περιπτώσεις φέρουν περίτεχνο διάκοσμο ή κορδόνια. Τα υποδήματα αυτά ταυτίζονται από τους μελετητές με τους κοθόρνους, αν και ο συγκεκριμένος όρος θεωρείται ότι εισήχθη στο θέατρο τον 4ο αι. π.Χ. Κατά τον 5ο αι. π.Χ., οι διαδεδομένοι όροι για το τραγικό υπόδημα ήταν οι ὀκρίβας και ἐμβάτης. Στα έργα του Αριστοφάνη [Aristophanes] (Λυσιστράτη, 657· Βάτραχοι, 47, 557· Όρνιθες, 992 κ.ε.) υποδηλώνεται ότι οι κόθορνοι ήταν κυρίως ένα γυναικείο υπόδημα.
Το χαρακτηριστικό του κοθόρνου να φοριέται και στα δύο πόδια συνέβαλε στη μεταφορική χρήση του όρου ως κωμικό παρωνύμιο πολιτικών προσώπων με ευμετάβολο χαρακτήρα (Ξενοφών, Ελληνικά: 2.3.31 και 2.3.47) ή ως παροιμιακή φράση με την ίδια σημασία (Zenobius, 3, 93: εὐμεταβολώτερος κοθόρνου). Η κωμωδία Κόθορνοι του Φιλωνίδη [Philonides], ποιητή της Αρχαίας Κωμωδίας, η οποία διδάχτηκε πιθανώς μετά το 410 π.Χ., πραγματεύεται την ίδια θεματική.
Η παράδοση αποδίδει στον Αισχύλο [Aeschylus] την εισαγωγή των υπερυψωμένων κοθόρνων (Βίος του Αισχύλου, 14· Οράτιος, Ars poetica, 275–284), αλλά η μαρτυρία αυτή δεν επιβεβαιώνεται. Οι κόθορνοι με τις υψηλές σόλες από ξύλο ή φελλό καθιερώθηκαν στο αρχαίο θέατρο στο τέλος του 2ου αι. π.Χ., σε συνδυασμό με μια σειρά από καινοτομίες που είχαν προηγηθεί, όπως η εμφάνιση, στο τελευταίο τρίτο του 4ου αι. π.Χ., του προσωπείου με ὄγκον, η εισαγωγή της διώροφης σκηνής και η μετάθεση της δράσης στο υπερυψωμένο λογείον. Οι εν λόγω αλλαγές προσέδιδαν στους υποκριτές μια μεγαλοπρεπή και υπεράνθρωπη υπόσταση αλλά τόσο οι υψηλοί κόθορνοι όσο και η στενή εξέδρα του λογείου οδήγησαν στον περιορισμό των κινήσεων των υποκριτών, δίνοντας στα έργα έναν πιο στατικό χαρακτήρα.
Οι κόθορνοι με τις υψηλές σόλες, υιοθετήθηκαν και από το ρωμαϊκό θέατρο [cothurni]. Η χρήση τους παγιώθηκε ως στοιχείο της τραγικής σκευής και σταδιακά ο όρος cothurnus προσδιόριζε το ίδιο το τραγικό είδος. Ο όγκος του πέλματος των ρωμαϊκών cothurni αυξήθηκε περισσότερο και συχνά το ύψος υποδήλωνε τη σημαντικότητα των ρόλων. Το εμπρόσθιο μέρος της μπότας άνοιξε, αφήνοντας τα δάχτυλα των ποδιών εκτεθειμένα και το υπόδημα διακοσμήθηκε με κεντήματα ή πολύτιμες πέτρες.
Στη λατινική γραμματεία η πρώτη μορφή ρωμαϊκής τραγωδίας (240 π.Χ.), εμφανίζεται ως fabula cothurnata, από τον κόθορνο και είχε ελληνική θεματολογία. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, οι κόθορνοι εξακολουθούσαν να αποτελούν στοιχείο της τραγικής σκευής και παρέμειναν σε χρήση τουλάχιστον ως τον 6ο αι. μ.Χ.
Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει ένα ογκώδες δίσολο υπόδημα με τακούνι-πλατφόρμα, που αποτελεί μέρος του αστραφτερού «κοστουμιού πίστας» (συμπεριλαμβανομένης και της περιβολής του ακροβατικού χορού σε στύλο) ή των εξεζητημένων εμφανίσεων των ροκ [rock], γκλαμ ροκ [glam rock], μέταλ [metal], γκοθ [goth], πανκ [punk] και ποπ [pop] συναυλιών.