Βάτραχοι του Αριστοφάνη (στ. 52–97)
«ΔΙΟΝΥΣΟΣ. Στο πλοίο λοιπόν, ενώ την Αντρομέδα
διάβαζα σιωπηλός, ξάφνου ένας πόθος
τάραξε δυνατά τα σωθικά μου.
ΗΡΑΚΛΗΣ. Πόθος; Και πόσος; ΔΙΟ. Με το Μόλωνα ίσος.
ΗΡΑ. Γυναίκας; ΔΙΟ. Όχι. ΗΡΑ. Τί; παιδιού; ΔΙΟ. Καθόλου.
ΗΡΑ. Γι᾽ άντρα; ΔΙΟ. Όχι δα. ΗΡΑ. Μην έσμιξες κανέναν
Κλεισθένη; ΔΙΟ. Α αδερφέ, μη με πειράζεις·
μου φτάνει το κακό μου· αχ τί λαχτάρα
με τρώει! ΗΡΑ. Σαν ποιά, αδερφάκι; ΔΙΟ. Με τα λόγια
δε λέγεται· με παρομοίωση μόνο.
Σου ᾽ρθε όρεξη ποτέ άξαφνα για φάβα;
ΗΡΑ. Για φάβα; Μια και δυο φορές; Χιλιάδες.
ΔΙΟ. Ξηγιέμαι καθαρά ή να συνεχίσω;
ΗΡΑ. Όσο για φάβα, αρκεί· βαθιά σε νιώθω.
ΔΙΟ. Νά, για τον Ευριπίδη τέτοιος πόθος
με βασανίζει. ΗΡΑ. Για έναν πεθαμένο;
ΔΙΟ. Κι ας μη μου πει κανείς ν᾽ αλλάξω γνώμη·
θα πάω και θα τον βρω. ΗΡΑ. Στον Άδη κάτω;
ΔΙΟ. Ναι, μα το Δία, κι αν είναι και πιο κάτω.
ΗΡΑ. Και τί τον θες; ΔΙΟ. Ποιητής μού χρειάζεται άξιος.
Όσοι άξιοι, πάνε· οι ζωντανοί είν᾽ ανάξιοι.
ΗΡΑ. Ο Ιοφώντας; Δε ζει; ΔΙΟ. Ναι, η μόνη αξία
που ᾽χει απομείνει ακόμα, αν είναι κιόλας·
πόσο ακριβώς βαραίνει δεν το ξέρω.
ΗΡΑ. Μα αν απ᾽ τον Άδη πρέπει, πώς δε φέρνεις
το Σοφοκλή; Γιατί τον Ευριπίδη;
ΔΙΟ. Θέλω να δοκιμάσω τον Ιοφώντα,
χωρίς το Σοφοκλή, τί κάνει μόνος.
Εξάλλου ο πονηρός μας ο Ευριπίδης
μπορεί και να πασκίσει, αν είναι ανάγκη,
μαζί μου να το σκάσει· ο Σοφοκλής,
όπως εδώ, κι εκεί ᾽ναι βολεμένος.
ΗΡΑ. Κι ο Αγάθωνας; ΔΙΟ. Α, μ᾽ άφησε και πάει·
καλός ποιητής, και ποθητός στους φίλους.
ΗΡΑ. Πού, ο δόλιος; ΔΙΟ. Στο συμπόσιο των μακάρων.
ΗΡΑ. Κι ο Ξενοκλής; ΔΙΟ. Α, στην οργή να πάει.
ΗΡΑ. Κι ο Πυθάγγελος;
Ο Διόνυσος κάνει μια περιφρονητική χειρονομία.
ΞΑΝ., μέσα του. Όχ! Για μένα ωστόσο,
που ο ώμος μου πονεί, κανένας λόγος.
ΗΡΑ. Και τραγωδίες δε φτιάνουν χίλιοι τόσοι
νεαροί, που ξεπερνούνε στη φλυαρία
τον Ευριπίδη πάνω από ᾽να στάδιο;
ΔΙΟ. Αυτοί είναι αποτρυγίδια, φαφλατάδες,
χελιδονολαλιές, χαλασοτέχνες·
αν η άδεια τούς δοθεί να παίξουν κάτι,
πετούν μια κατουρλιά στην τραγωδία
για μια φορά, κι από δω πάνε κι άλλοι.
Μα γόνιμος ποιητής δε βρίσκεται ένας,
μια φράση να μπορεί να πει γενναία.»
Αριστοφάνη, Βάτραχοι, στ. 52–97 (μετάφραση: Θρασύβουλου Σταύρου).
Στον πρόλογο της κωμωδίας ο θεός Διόνυσος πληροφορεί τον Ηρακλή, στο σπίτι του οποίου έχει μεταβεί με τον δούλο του Ξανθία, για ποιον (θεατρικό) λόγο θέλει να κατέβει στον Άδη, μεταμφιεσμένος στον δωρικό ήρωα.