ΜΗΔΕΙΑ
Την πονεμένη μου ζωή να σας εξιστορήσω
και θα ’μαι λίαν ευτυχής, εάν σας βοηθήσω.
Με πάσαν λεπτομέρειαν θα πω ανακοινώσεις
κι αν θέλετε κρατήσατε και πάλι σημειώσεις.
Στο μέρος που γεννήθηκα και λέγεται Κολχίδα
αργά εισήλθεν η Αργώ που ήτο ναυαρχίδα
κι ο Ιάσων, Έλλην πλοίαρχος βγήκε διά εργασία
—τί εργασίαν ακριβώς, δεν έχει σημασία—
και λόγον που βοήθησα εις την αποστολήν του
πήρε κι εμέ διά Ιωλκόν εις την επιστροφήν του.
Εννέα μέρες συνεχώς το πλοίον προχωρούσε
και μ’ άλλο πλοίον ο μπαμπάς πίσω μάς κυνηγούσε.
Σε μια στιγμή πλησίασε πάρα πολύ κοντά μας
και υπήρξε μέγας κίνδυνος για την ασφάλειά μας,
διότι το πλοίον του μπαμπά ήτανε πιο γοργό
κι ως πιο γοργό πλησίαζε πλησίον στην Αργώ.
Οπότε μου ’ρχεται στο νου μια φαεινή ιδέα.
«Φέρτε μου γρήγορα μπαλτά» εφώναξα γενναία.
Και μόλις μου το φέρανε αυτό το εργαλείο
του αδερφού μου το κορμί άρχισα να διαλύω.
Και ρίχνοντας στη θάλασσα τεμάχια μπροστά του
εκαθυστέρει ο μπαμπάς μαζεύων τα οστά του.
Όλοι οι ναύται στην Αργώ με φώναξαν τσακίστρα
κι είχα θερμήν επιστολήν από την Κλυταιμνήστρα
και τα συγχαρητήρια που πήρα από τον Αίγιστον
για με ικανοποίησις ήταν αυτή στο μέγιστον.
Χάρις σ’ αυτό το τέχνασμα και άλλας εφευρέσεις
είχαμε πλουν ευχάριστον, με λίγας εξαιρέσεις.
Προς το παρόν δεν μου ’ρχονται έτεραι συγκινήσεις
σας είπoν λίγας πρόχειρας απ’ τας περιηγήσεις.
Από Κολχίδα, Ιωλκόν, μέχρι ακτών του Βόλου
σας βεβαιώ δεν έκλεισα το μάτι μου καθόλου.
Ταλαιπωρήθηκα πολύ εις όλον το ταξίδι
δεν ξέρετε τι τράβηξα, κύριε Ευριπίδη.
Εννέα μέρες στη στεριά έκανα να πατήσω
του Βόλου τα εννιάμερα να σας εξιστορήσω.
Απόσπασμα από τη Μήδεια του Μέντη Μποσταντζόγλου-Μποστ (1993)