Παρά την ευρεία χρήση του όρου παιδί-θαύμα, η έννοιά του, η οποία αναφέρεται σε μια ακραία μορφή χαρισματικότητας, που, από επιστημονική σκοπιά, αποτελεί τη συμπτωματική απόρροια ατομικών (βιολογικών και ιδιοσυγκρασιακών), περιβαλλοντικών και ιστορικών παραγόντων, παραμένει, ως ένα σημείο, ακαθόριστη. Η επιστημονική προσέγγιση του συγκεκριμένου φαινομένου παρουσιάζεται περισσότερο αποσπασματική παρά σφαιρική και ο επιστημονικός ορισμός του προβάλλει αμφιλεγόμενος, κυρίως ως προς τον προσδιορισμό ηλικιακών κριτηρίων.
H αρχική εμφάνιση του όρου παιδί-θαύμα διαπιστώνεται το 1726 στη Γερμανία (Wunderkind) και αφορούσε στον χαρακτηρισμό ενός μικρού αγοριού, του Christian Heinrich Heinecken [Κρίστιαν Χάινριχ Χάινεκεν], με πρόωρα αναπτυγμένες νοητικο-γνωστικές ικανότητες. O όρος γνώρισε δημοφιλία το δεύτερο μισό του 18ου και τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη, όταν συνδέθηκε με το φαινόμενο του μικρού χαρισματικού μουσικού δεξιοτέχνη. Επιτομή του υπήρξε ο Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ], ο οποίος αποτέλεσε, διαχρονικά, το πλέον εμβληματικό παιδί-θαύμα. Στην πλειάδα των βιρτουόζων-θαυμάτων εκείνης της εποχής συγκαταλέγονται οι Ludwig van Beethoven [Λούντβιχ βαν Μπετόβεν], Niccolò Paganini [Νικκολό Παγκανίνι], Felix Mendelssohn-Bartholdy [Φέλιξ Μέντελσον-Μπαρτόλντι] και Franz Liszt [Φραντς Λιστ].
Παράλληλη ήταν η επέκταση της χρήσης του όρου και στον χώρο του σκηνικού θεάματος. Ορόσημο υπήρξε η επίδραση της μαγνητικής παρουσίας του μικρού ηθοποιού William Henry West Betty [Ουίλλιαμ Χένρι Ουέστ Μπέττυ] το 1803 στο Δουβλίνο. Ο μαζικός παροξυσμός που αυτή προκάλεσε οδήγησε σε μια λατρεία των παιδιών-θαυμάτων της σκηνής και στην εκρηκτική εξάπλωσή τους τόσο στην Ευρώπη όσο και την Αμερική.
Η ανέλιξη του παιδιού-θαύματος στη δημόσια σφαίρα και η συνακόλουθη απόκτηση φήμης σηματοδότησε την ειδωλοποίησή του και τη συνύφανση του όρου με την ανάδυση του φαινομένου του «παιδιού-αστέρα». Το απόγειό του σημειώθηκε τον 20ό αιώνα, με την άνοδο του χολιγουντιανού κινηματογράφου, ο οποίος απορρόφησε σημαντική μερίδα παιδιών-θαυμάτων της σκηνής. Προεξάρχουσα μορφή παιδιού-θαύματος, που αναδείχθηκε σε διεθνές κορυφαίο κινηματογραφικό αστέρι εκείνης της εποχής, μεσουρανώντας τη δεκαετία του 1930, υπήρξε η μικρή Αμερικανίδα ηθοποιός Shirley Temple [Σίρλεϋ Τεμπλ], η οποία αποτέλεσε πρότυπο για μια πλειάδα παιδιών του καλλιτεχνικού θεάματος ανά τον κόσμο. Στη σύγχρονη εποχή, αξιοσημείωτη είναι η διάχυση του όρου στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ιδίως μέσω της προβολής παιδιών-θαυμάτων στην τηλεόραση, καθώς και η κυκλοφορία του στο διαδίκτυο, κυρίως μέσω της «εικονικής σκηνής» του YouTube.
Στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα, η διείσδυση του όρου καθίσταται ορατή από τις απαρχές του 20ού αιώνα. Στον χώρο της κλασικής μουσικής, δεσπόζουσες φιγούρες παιδιών-θαυμάτων της εποχής, με διεθνή απήχηση και κλίση στο παίξιμο πιάνου ή και τη σύνθεση, ήταν οι Λώρης Μαργαρίτης [Loris Margaritis], Ρένα Κυριακού [Rena Kyriakou] και Λίλα Λαλαούνη [Lila Lalaouni]. Ο πρώτος, μάλιστα, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του διηγήματος Das Wunderkind [Το παιδί-θαύμα] (1903) του Thomas Mann [Τόμας Μαν]. Στην τροχιά του κλασικού μουσικού ρεπερτορίου εμπίπτει και η μεταγενέστερη αξιοθαύμαστη καλλιτεχνική πορεία του πιανίστα Δημήτρη Σγούρου [Dimitris Sgouros], που προβλήθηκε ως παιδί-θαύμα κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, πετυχαίνοντας ο ίδιος εξαιρετικές διακρίσεις, που οδήγησαν νωρίς στη διεθνή καλλιτεχνική απογείωση και καταξίωσή του. Παράλληλα, διακριτή κατέστη η χρήση του όρου και στη θεατρική σκηνή, συνοδεύοντας την προβολή διάφορων μικρών ταλαντούχων ηθοποιών σε αυτή, είτε ως καλλιτεχνικών μονάδων είτε ως μελών αδελφικών σχημάτων. Στο θέατρο ενηλίκων, από τις πρώτες περιπτώσεις παιδιού-θαύματος υπήρξε η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη, ενώ το δημοφιλέστερο αδελφικό σχήμα παιδιών-θαυμάτων αποτέλεσαν τα «Καλουτάκια» (Άννα Καλουτά και Μαρία Καλουτά). Ώθηση στη διάδοση του όρου πρόσφερε η δημοφιλής «Μάντρα του Αττίκ» κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940, μέσω της ανάδειξης παιδιών-θαυμάτων με ταλέντο στην υποκριτική, τον χορό, το τραγούδι και το παίξιμο μουσικών οργάνων στον χώρο της ελαφράς μουσικής σκηνής (π.χ. Λουίζα Ποζέλλι, Νινή Ζαχά, Καίτη Ντιριντάουα, Καλή Καλό). Ο όρος εμφανίστηκε και στο θέατρο για παιδιά, όπου, μεταξύ άλλων, ξεχωριστό υπήρξε το εκτόπισμα του παιδιού-θαύματος Νίκου Πιλάβιου κατά τη δεκαετία του 1950.