Ο σουρεαλισμός συγκροτήθηκε επισήμως στο Παρίσι το 1924, όταν ο ποιητής André Breton [Αντρέ Μπρετόν] δημοσίευσε το Μανιφέστο του σουρεαλισμού [Manifeste du surréalisme] και όρισε το κίνημα ως «καθαρό ψυχικό αυτοματισμό», δηλαδή ως διαδικασία δημιουργίας απαλλαγμένη από τον έλεγχο της λογικής και από κάθε ηθική ή αισθητική μέριμνα. Τον όρο είχε πλάσει το 1917 ο Guillaume Apollinaire [Γκιγιώμ Απολλιναίρ], αρχικά στο σημείωμα προγράμματος του μπαλέτου Parade [Παρέλαση] και έπειτα ως υπότιτλο («σουρεαλιστικό δράμα») του έργου του Οι μαστοί του Τειρεσία [Les Mamelles de Tirésias]. Το κίνημα αναδύθηκε από το έδαφος του ντανταϊσμού και τροφοδοτήθηκε θεωρητικά από τις ψυχαναλυτικές θέσεις του Sigmund Freud [Ζίγκμουντ Φρόυντ] για το ασυνείδητο και το όνειρο, καθώς και από τον μαρξισμό, με τον οποίο ο Breton επιδίωξε να συνδέσει την καλλιτεχνική με την κοινωνική επανάσταση.
Η ποίηση υπήρξε το κέντρο βάρους του κινήματος. Ήδη το 1919 ο Breton και ο Philippe Soupault [Φιλίππ Σουπώ] είχαν συνθέσει τα Μαγνητικά πεδία [Les Champs magnétiques], πρώτο δείγμα αυτόματης γραφής, τεχνικής η οποία, μαζί με την καταγραφή ονείρων και το συλλογικό παίγνιο του «εκλεκτού πτώματος» [cadavre exquis], όρισε την καθημερινή πρακτική των σουρεαλιστών. Γύρω από τον Breton συσπειρώθηκαν ο Paul Éluard [Πωλ Ελυάρ], ο Louis Aragon [Λουί Αραγκόν], ο Robert Desnos [Ρομπέρ Ντεσνός] και ο Benjamin Péret [Μπενζαμέν Περέ], ενώ τα περιοδικά Littérature [Λογοτεχνία] και La Révolution surréaliste [Η σουρεαλιστική επανάσταση] λειτούργησαν ως όργανα της ομάδας. Ως προδρόμους οι σουρεαλιστές αναγνώρισαν τον Novalis [Νοβάλις], τον Lautréamont [Λωτρεαμόν] και τον Arthur Rimbaud [Αρτύρ Ρεμπώ]. Πέρα από την τεχνική διάσταση, ο σουρεαλισμός διεκδίκησε μια συνολική στάση ζωής, με κεντρικές έννοιες το θαυμαστό [le merveilleux], το μαύρο χιούμορ και την αντικειμενική τύχη [hasard objectif], δηλαδή την απρόβλεπτη σύμπτωση που αποκαλύπτει μια κρυφή επιθυμία. Το Δεύτερο Μανιφέστο του σουρεαλισμού [Second Manifeste du surréalisme] (1929) σφράγισε την πολιτικοποίηση και τις εσωτερικές ρήξεις, με χαρακτηριστικότερη την οριστική προσχώρηση του Aragon στον κομμουνισμό (1932). Το κίνημα ακτινοβόλησε διεθνώς και παρέμεινε ενεργό ώς τον θάνατο του Breton (1966)· η παρισινή ομάδα διαλύθηκε επισήμως το 1969.
Στη ζωγραφική η εξερεύνηση του ασυνειδήτου ακολούθησε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη, του αυτοματισμού, οδήγησε τον André Masson [Αντρέ Μασσόν] και τον Joan Miró [Χοάν Μιρό] σε αφαιρετικές, οργανικές φόρμες. Η δεύτερη, της ονειρικής αναπαράστασης, ώθησε τον Salvador Dalí [Σαλβαδόρ Νταλί], τον René Magritte [Ρενέ Μαγκρίτ] και τον Max Ernst [Μαξ Ερνστ] να αποδίδουν με σχολαστικό ρεαλισμό παράλογες σκηνές που προκαλούν ανοικείωση· καθοριστική επίδραση άσκησε η μεταφυσική ζωγραφική του Giorgio de Chirico [Τζώρτζιο ντε Κίρικο]. Στον κινηματογράφο η σουρεαλιστική ποιητική βρήκε την πληρέστερη έκφρασή της στις ταινίες Ένας ανδαλουσιανός σκύλος [Un chien andalou] (1929) και Η χρυσή εποχή [L'Âge d'or] (1930) του Luis Buñuel [Λουίς Μπουνιουέλ], σε συνεργασία με τον Dalí, όπου η διαδοχή ασύνδετων, βίαιων εικόνων υπακούει στη λογική του ονείρου.
Στο θέατρο οι σουρεαλιστές αναγνώρισαν ως πρόδρομό τους τον Alfred Jarry [Αλφρέ Ζαρρύ] και τον Υμπύ Τύραννο [Ubu Roi] (1896), έργο που διέλυε τη λογική της γλώσσας και της σκηνικής δράσης. Το Théâtre Alfred Jarry (1926 – 1930), που ίδρυσαν ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ], ο Roger Vitrac [Ροζέ Βιτράκ] και ο Robert Aron [Ρομπέρ Αρόν], αποτέλεσε την οργανωμένη σκηνική στέγη της σουρεαλιστικής δραματουργίας, με κορυφαίο δείγμα το Βικτόρ ή Τα παιδιά στην εξουσία [Victor ou les Enfants au pouvoir] (1928) του Vitrac. Ο Artaud συμπορεύτηκε με την ομάδα του Breton για σύντομο διάστημα και διαγράφηκε στα τέλη του 1926· το μεταγενέστερο όραμά του για το θέατρο της σκληρότητας διαμορφώθηκε αυτόνομα. Στον χορό η σουρεαλιστική αισθητική προαναγγέλθηκε στο Relâche [Αργία] (1924) του Francis Picabia [Φρανσίς Πικαμπιά], με μουσική του Erik Satie [Ερίκ Σατί] για τα Σουηδικά Μπαλέτα, και εκφράστηκε ρητά στο Bacchanale [Βακχικό] (1939), με λιμπρέτο, σκηνικά και κοστούμια του Dalí και χορογραφία του Λεονίντ Μασίν [Léonide Massine]. Η μουσική έμεινε στο περιθώριο των θεωρητικών ενδιαφερόντων του Breton, ο οποίος τη θεωρούσε ακατάλληλη για την αυτόματη έκφραση. Η σουρεαλιστική αισθητική μεταγγίστηκε στο λυρικό θέατρο με την όπερα Ζυλιέτ ή Το κλειδί των ονείρων [Juliette ou La Clé des songes] (1938) του Μπόχουσλαβ Μαρτινού [Bohuslav Martinů] και με τους Μαστούς του Τειρεσία (1947) του Francis Poulenc [Φρανσίς Πουλένκ].
Στην Ελλάδα ο σουρεαλισμός ρίζωσε τη δεκαετία του 1930 με την ονομασία «υπερρεαλισμός» και ανανέωσε ριζικά την ποιητική γλώσσα. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος [Andreas Embirikos] εισήγαγε την αυτόματη γραφή στα ελληνικά γράμματα με την Υψικάμινο (1935), ενώ ο Νικόλαος Κάλας [Nicolas Calas] συνομίλησε θεωρητικά με τον παρισινό πυρήνα του κινήματος. Ο Οδυσσέας Ελύτης [Odysseas Elytis], ο Νίκος Εγγονόπουλος [Nikos Engonopoulos], ποιητής και ζωγράφος, και ο Νίκος Γκάτσος [Nikos Gatsos] με την Αμοργό (1943) αφομοίωσαν δημιουργικά τις σουρεαλιστικές αρχές, συνθέτοντας μια προσωπική εκδοχή που συνδυάζει το όνειρο με την ελληνική παράδοση και ιστορία.