Η ιστορική διαδρομή της φωνής του οξυφώνου ξεκινά από την πολυφωνική μουσική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Ο όρος προέρχεται από το λατινικό ρήμα teneο [κρατώ], καθώς ο τενόρος ήταν η φωνή που «κρατούσε» τη βασική μελωδία [cantus firmus], πάνω στην οποία οικοδομούνταν οι υπόλοιπες πολυφωνικές γραμμές. Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, οι όροι tenoriste ή tenoristre προσδιόριζαν τους εξειδικευμένους εκτελεστές αυτής της δομικής φωνής, η οποία κινούνταν σε αντίστιξη με τη γραμμή του contratenor.
Στις απαρχές της όπερας, ο οξύφωνος κατέχει κεντρική θέση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ορφέα στις όπερες των Jacopo Peri [Τζάκοπο Πέρι], Giulio Caccini [Τζούλιο Κατσίνι] και Claudio Monteverdi [Κλάουντιο Μοντεβέρντι]. Ωστόσο, η επικράτηση των καστράτων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα στην ιταλική όπερα σέρια περιόρισε τους τενόρους σε δευτερεύοντες ρόλους. Αντιθέτως, στη γαλλική λυρική τραγωδία [tragédie lyrique], η φωνή haute-contre (ένας οξύφωνος με ιδιαίτερα υψηλή έκταση) παρέμεινε ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής στα έργα των Jean-Baptiste Lully [Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ] και Jean-Philippe Rameau [Ζαν-Φιλίπ Ραμώ]. Στη γερμανική παράδοση, ο οξύφωνος διατήρησε ισχυρή παρουσία τόσο στα ορατόρια Johann Sebastian Bach [Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ] όσο και στην όπερα. Ο Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] αξιοποίησε τη φωνή αυτή για ένα ευρύ φάσμα χαρακτήρων, από ηγεμονικές μορφές μέχρι λυρικούς εραστές και κωμικούς ρόλους.
Μέχρι τις αρχές του 19ο αιώνα, οι οξύφωνοι χρησιμοποιούσαν την τεχνική του φαλσέττο [falsetto] για την προσέγγιση των υψηλών φθόγγων. Η διεύρυνση των χώρων συναυλιών και των θεάτρων, η αύξηση του όγκου της ορχήστρας, η εξέλιξη της μουσικής δραματουργίας, η σταδιακή καθιέρωση διεθνούς ρεπερτορίου όπερας οδήγησε στην εμφάνιση του tenore di forza, ο οποίος προσεγγίζει την υψηλή έκταση χωρίς φαλσέττο και συνέβαλε αφ' ενός στη σταδιακή εξαφάνιση των καστράτων, αφ' ετέρου στη διάκριση φωνητικών υποκατηγοριών του τενόρου σύμφωνα με το ηχόχρωμα, την έκταση και το ερμηνευτικό ύφος. Η ιστορική στιγμή όπου ο Gilbert-Louis Duprez [Γκιλμπέρ-Λουί Ντυπρέ] τραγούδησε το «υψηλό ντο» με πλήρη στηθική φωνή το 1831 σηματοδότησε τη γέννηση του σύγχρονου δραματικού οξυφώνου. Από την περίοδο αυτή και μετά, ο οξύφωνος καθιερώνεται ως ο κατεξοχήν ζεν πρεμιέ [jeune premier] του λυρικού θεάτρου. Η υψηλή του έκταση ταυτίζεται συμβολικά με τη νεότητα, το σφρίγος, την ηρωική έξαρση και το ερωτικό πάθος, καθιστώντας τον τον μόνιμο διεκδικητή της πρωταγωνίστριας (υψιφώνου) και τον βασικό αντίπαλο του βαρυτόνου.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η δημοτικότητα της φωνής του οξυφώνου εκτοξεύθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, αρχικά χάρη στον θρυλικό Enrico Caruso [Ενρίκο Καρούζο], ο οποίος υπήρξε πρωτοπόρος στην αξιοποίηση της δισκογραφίας και των εκτεταμένων περιοδειών για τη διεθνή διάδοση του λυρικού ρεπερτορίου, και αργότερα μέσω του Mario Lanza [Μάριο Λάντσα], ο οποίος κατέστησε τη φωνή αυτή ευρύτερα προσφιλή μέσα από τη λαμπερή κινηματογραφική του παρουσία στο Hollywood [Χόλυγουντ].
Η σύγχρονη ταξινόμηση διακρίνει τις εξής φωνητικές υποκατηγορίες [Stimmfächer]:
- Υψηλός οξύφωνος [haut-contre]: (π.χ. Ορφεύς στην όπερα Orfeo ed Euridice του Christoph Willibald Gluck [Κριστόφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ]).
- Ελαφρύς οξύφωνος [tenore di grazia]: Ευλύγιστη φωνή για διανθισμένο ρεπερτόριο (π.χ. Arturo στους Πουριτανούς [I puritani] του Vincenzo Bellini [Βιντσέντζο Μπελλίνι]).
- Κωμικός οξύφωνος [Spieltenor]: Έμφαση στην υποκριτική και την κωμική δράση (π.χ. Mime στην όπερα Ο χρυσός του Ρήνου [Das Rheingold] του Wagner).
- Λυρικός οξύφωνος: Μαλακό και στρογγυλό ηχόχρωμα, ο ιδανικός εραστής (π.χ. Tamino στον Μαγικό Αυλό [Die Zauberflöte] του Mozart).
- Λυρικο-δραματικός οξύφωνος [Spinto]: Φωνή με δραματική ώθηση (π.χ. Rodolfo στην Μποέμικη ζωή [La Bohème] του Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι]).
- Καρατερίστας-οξύφωνος [Charaktertenor]: Ισχυρή φωνή με έντονη υποκριτική ικανότητα (π.χ. Ηρώδης στη Σαλώμη [Salome] του Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους]).
- Δραματικός ή ηρωικός οξύφωνος [Heldentenor]: Ιδιαίτερα μεγάλος όγκος για την αναμέτρηση με τη βαγκνερική ορχήστρα (π.χ. Τριστάνος ή Οθέλλος).
Πλάι στον Enrico Caruso [Ενρίκο Καρούζο], η ιστορία του οξυφώνου διαμορφώθηκε από σειρά εμβληματικών μορφών που κάλυψαν ένα ευρύ φωνητικό φάσμα. Στην πρώιμη δισκογραφική εποχή ξεχώρισαν ο Beniamino Gigli [Μπενιαμίνο Τζίλι], εκπρόσωπος του λυρικού οξύφωνου με πλούσιο ηχόχρωμα, και ο Tito Schipa [Τίτο Σκίπα], ερμηνευτής του ελαφρού λυρικού ρεπερτορίου· ο Δανός Lauritz Melchior [Λάουριτς Μέλκιορ] κυριάρχησε στο βαγκνερικό ρεπερτόριο ως ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του ηρωικού οξύφωνου, ερμηνεύοντας ρόλους όπως ο Tristan [Τριστάνος] και ο Siegfried [Ζίγκφριντ]. Η μεταπολεμική περίοδος ανέδειξε τον Mario Del Monaco [Μάριο Ντελ Μόνακο] και τον Franco Corelli [Φράνκο Κορέλλι] ως εξέχοντες εκπροσώπους του δραματικού οξύφωνου, και τον Carlo Bergonzi [Κάρλο Μπεργκόντσι], υπόδειγμα βερδιανής φραστικής και στιλιστικής ακρίβειας. Την ίδια εποχή ο Ισπανός Alfredo Kraus [Αλφρέδο Κράους] αναδείχθηκε σε πρότυπο φωνητικής κομψότητας στο ρεπερτόριο του μπελκάντο. Στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι λεγόμενοι «τρεις τενόροι» γνώρισαν παγκόσμια απήχηση: ο Luciano Pavarotti [Λουτσάνο Παβαρόττι], λυρικός οξύφωνος με φημισμένο υψηλό ντο [do di petto]· ο Plácido Domingo [Πλάθιδο Ντομίνγκο], λυρικοδραματικός οξύφωνος με ασυνήθιστο εύρος ρεπερτορίου, που τον οδήγησε αργότερα και σε βαρυτονικούς ρόλους· και ο José Carreras [Χοσέ Καρρέρας], με έντονη λυρική έκφραση και συναισθηματική ερμηνεία. O Γαλλοϊταλός Roberto Alagna [Ρομπέρτο Αλάνια], λυρικός οξύφωνος με ιδιαίτερη λάμψη στο γαλλικό και στο ιταλικό ρεπερτόριο, υπήρξε κυρίαρχη παρουσία των δεκαετιών του 1990 και του 2000. Στη σύγχρονη σκηνή ξεχωρίζουν ο Περουβιανός Juan Diego Flórez [Χουάν Ντιέγκο Φλόρες], αναγεννητής του ροσσινικού ελαφρού οξύφωνου, ο Γερμανός Jonas Kaufmann [Γιόνας Κάουφμαν], με σκοτεινό ηχόχρωμα κατάλληλο για το λυρικοδραματικό και το βαγκνερικό ρεπερτόριο, ο Μεξικανός Rolando Villazón [Ρολάντο Βιγιαθόν] και ο νεότερος Πολωνός Piotr Beczała [Πιοτρ Μπετσάουα].
Από ελληνικής πλευράς στους διακεκριμένους οξυφώνους με διεθνή σταδιοδρομία συγκαταλέγονται ο Ιωάννης Αποστόλου [Ioannis Apostolou], ο Οδυσσέας Λάππας [Ulisse Lappas] με σημαντική παρουσία σε θέατρα της Ιταλίας και της Λατινικής Αμερικής και οι νεότεροι Γιάννης Χριστόπουλος [Yannis Christopoulos] και Μάριος Φραγκούλης [Mario Frangoulis] με διακαλλιτεχνική [crossover] σταδιοδρομία.
Πέρα από την όπερα, η φωνή του οξυφώνου κυριαρχεί στη σύγχρονη μουσική. Στη ροκ σκηνή, εμβληματικές μορφές είναι ο Freddie Mercury [Φρέντι Μέρκιουρι] και ο Robert Plant [Ρόμπερτ Πλαντ], ενώ στην ποπ ξεχωρίζουν οι Michael Jackson [Μάικλ Τζάκσον] και George Michael [Τζωρτζ Μάικλ]. Στο γαλλικό σανσόν, η χαρακτηριστική φωνή του Charles Aznavour [Σαρλ Αζναβούρ] αποτέλεσε ορόσημο εκφραστικότητας, ενώ η βραζιλιάνικη μουσική εκπροσωπείται από την απαλή και λυρική χροιά του Caetano Veloso [Καετάνο Βελόζο]. Στον ελληνικό χώρο, ο οξύφωνος σφράγισε το παραδοσιακό, λαϊκό, ελαφρύ, ποπ και έντεχνο τραγούδι, με κορυφαία παραδείγματα τον Νίκο Ξυλούρη, τον Γιάννη Πάριο, τον Ντέμη Ρούσσο [Demis Roussos], τον Γιώργο Νταλάρα, τον Μιχάλη Χατζηγιάννη και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη.