Ο κονστρουκτιβισμός υπήρξε ένα από τα βασικά κινήματα της ρωσικής πρωτοπορίας, μαζί με τον σουπρεματισμό και τον κυβοφουτουρισμό. Αναδύθηκε στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και αναπτύχθηκε κατά τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, σηματοδοτώντας ριζική τομή στις τέχνες. Χαρακτηριζόταν από τη γεωμετρική αφαίρεση, τη λειτουργικότητα και τη χρήση βιομηχανικών υλικών, ενώ οι κονστρουκτιβιστές/στριες, αυτοπροσδιοριζόμενοι/ες ως «καλλιτέχνες-μηχανικοί», επιδίωξαν να ευθυγραμμίσουν την τέχνη με τις βιομηχανικές και κοινωνικές ανάγκες της εποχής, απορρίπτοντας τη διακοσμητικότητα υπέρ της χρηστικότητας και της ενσωμάτωσης της τέχνης στην καθημερινή ζωή. Οι εκπρόσωποι του κινήματος, παρά τις αντιφάσεις των θεωρητικών του βάσεων, επιδίωξαν να ευθυγραμμίσουν τις αισθητικές και καλλιτεχνικές του αρχές με τα ιδεολογικά προτάγματα της Ρωσικής Επανάστασης και του επιστημονικού κομμουνισμού.
Ο κονστρουκτιβισμός εκφράστηκε σε ευρύ φάσμα τεχνών: αρχιτεκτονική, ζωγραφική, γλυπτική, λογοτεχνία και εφαρμοσμένες τέχνες, όπως η γραφιστική. Ισχυρή ήταν και η επίδρασή του στις παραστατικές τέχνες, όπου επαναπροσδιόρισε τον ρόλο των καλλιτεχνών και του κοινού μέσα από μορφές κοινωνικά προσανατολισμένης καλλιτεχνικής έκφρασης. Επηρεάστηκε από τον φουτουρισμό, τον κυβισμό και τον ντανταϊσμό, ενώ με τη σειρά του άσκησε καθοριστική επίδραση σε μεταγενέστερα κινήματα, όπως το Μπάουχαους, την κινητική τέχνη και το κίνημα De Stijl [νεοπλαστικισμό].
Κεντρική θεωρητική αρχή του κονστρουκτιβισμού ήταν ότι η τέχνη όφειλε να βασίζεται στην κατασκευή, στα υλικά και στη λειτουργία του έργου, να εντάσσεται στην κοινωνική και παραγωγική ζωή και να υπηρετεί τις ανάγκες της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, προωθήθηκε η συλλογική δημιουργία και αμφισβητήθηκε η αντίληψη του καλλιτέχνη ως μοναδικής δημιουργικής ιδιοφυΐας. Εμβληματική μορφή του κινήματος υπήρξε ο Βλαντιμίρ Τάτλιν [Vladimir Tatlin], του οποίου το Μνημείο της Τρίτης Διεθνούς (1919–1920) αποτέλεσε σύμβολο της σύνδεσης της τέχνης με την κοινωνική πρόοδο, ενώ τα «χωρικά ανάγλυφα» του ίδιου θεμελίωσαν τη μετάβαση από την αναπαράσταση στην κατασκευή. Στη γραφιστική και τη φωτογραφία, ο Αλεξάντρ Μιχαήλοβιτς Ροντσένκο [Aleksander Mikhailovich Rodchenko] αξιοποίησε την τυπογραφία και το φωτομοντάζ για τη δημιουργία αφισών, εξωφύλλων περιοδικών και εικονογραφημένων βιβλίων μαζικής κυκλοφορίας.
Στο θέατρο, ο κονστρουκτιβισμός αναδιαμόρφωσε τη σκηνική γλώσσα και τη σχέση ηθοποιού–χώρου–κοινού. Κεντρική μορφή υπήρξε ο Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold], ο οποίος ανέπτυξε τη βιο-μηχανική υποκριτική, ένα σύστημα στυλιζαρισμένης κινησιολογίας με έμφαση στον ρυθμό, την ακρίβεια και τη σωματική πειθαρχία, εμπνευσμένο από τη βιομηχανική εργασία. Τα σκηνικά εγκατέλειψαν την ψευδαισθησιακή αναπαράσταση και αντικαταστάθηκαν από λειτουργικές, αρθρωτές κατασκευές, που έδιναν έμφαση στους όγκους, στα επίπεδα και τη γεωμετρία, σχεδιασμένες από καλλιτέχνες όπως η Λιουμπόφ Ποπόβα [Liubov Popova] και ο Ροντσένκο. Παράλληλα, οι επιτελέσεις και οι δράσεις αγκίτ-προπ, οργανωμένες από καλλιτέχνες όπως ο Ροντσένκο και η Βαρβάρα Στεπάνοβα [Varvara Stepanova], έφεραν την τέχνη στον δημόσιο χώρο, σχετικοποιώντας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.
Σε διάλογο με τη βιο-μηχανική του Μέγιερχολντ, αντίστοιχες αναζητήσεις αναπτύχθηκαν και στον χορό, όπου η κίνηση οργανώθηκε με βάση την οικονομία της προσπάθειας, τον ρυθμό, την ακρίβεια και τον συντονισμό, αντλώντας πρότυπα από τις αρχές της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής των κονστρουκτιβιστικών αρχών στον χορό αποτελεί το έργο του Νικολάι Φόρεγκερ [Nikolai Foregger], ο οποίος ανέπτυξε τους περίφημους Μηχανικούς Χορούς [Танцы машин, 1923], στους οποίους οι χορευτές μιμούνταν τη λειτουργία μηχανών και εργοστασιακών διαδικασιών.
Στη μουσική, οι συνθέτες επηρεάστηκαν από τη βιομηχανική αισθητική, ενσωματώνοντας μηχανικούς ρυθμούς, επαναληπτικές δομές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήχους εργοστασίων και μηχανών. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η Συμφωνία των Σειρήνων [Symphony of Sirens, 1922–1923] του Αρσένι Αβράαμοφ [Arseny Avraamov], μια μνημειακή ηχητική επιτέλεση που αξιοποίησε σειρήνες εργοστασίων, ατμομηχανές, κανονιοβολισμούς και χορωδίες, μετατρέποντας ολόκληρη την πόλη σε μουσικό όργανο. Παράλληλα, συνθέτες όπως ο Αλεξάντρ Μοσόλοφ [Alexander Mosolov] απέδωσαν μουσικά τον δυναμισμό της βιομηχανικής εποχής, όπως στο έργο Το Χυτήριο Σιδήρου [The Iron Foundry, 1927]. Μέσα από αυτές τις αναζητήσεις, η μουσική αντιμετωπίστηκε όχι μόνο ως αισθητικό δημιούργημα, αλλά και ως μέσο έκφρασης της τεχνολογικής προόδου και της συλλογικής εμπειρίας της νέας σοβιετικής κοινωνίας.