Το αμερικανικό βωντβίλ διαμορφώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες αντλώντας από πολλαπλές παραδόσεις λαϊκού θεάματος. Προγόνους του αποτέλεσαν τα σόου μίνστρελ [minstrel shows], παραστάσεις που παρουσίαζαν μια κωμική, στερεοτυπική μίμηση της ζωής των μαύρων Αμερικανών, τα πολυποίκιλα θεάματα του τσίρκου και τα πλωτά θέατρα [showboats] που περιόδευαν κατά μήκος του Μισισιπή. Από τη συνάντηση αυτών των μορφών προέκυψε ένα θέαμα ποικιλιών [variety show] με έντονο ψυχαγωγικό χαρακτήρα.
Μία παράσταση βωντβίλ διαρθρωνόταν σε αυτοτελή νούμερα, διάρκειας πέντε έως δέκα λεπτών το καθένα. Κυρίαρχο στοιχείο ήταν η ζωντανή μουσική, ενώ η εναλλαγή ορχηστρικών κομματιών, τραγουδιών, ακροβατικών, παντομίμας, θεατρικών σκετς και εντυπωσιακών χορευτικών συγκροτούσε τα βασικά συστατικά του. Η σπονδυλωτή αυτή δομή, χωρίς ενιαία πλοκή, επέτρεπε την ταχεία εναλλαγή ετερόκλητων ερμηνευτών και ερμηνευτριών και εξασφάλιζε αδιάκοπο ρυθμό.
Οι πρώτες παραστάσεις δίνονταν σε χώρους γνωστούς ως «αίθουσες ποικιλιών» [variety houses] ή «σαλόνια συναυλιών» [concert saloons], οι οποίοι στα πρώτα χρόνια τους θεωρούνταν ανυπόληπτοι: απευθύνονταν σε αμιγώς ανδρικό κοινό και συνδέονταν με το φθηνό αλκοόλ, τα στημένα τυχερά παιχνίδια και την πορνεία. Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στα μέσα του 19ου αιώνα με τα μουσεία-βωντβίλ [vaudeville museums] και τα «Μουσεία της Δεκάρας» [Dime Museums], που συνδύαζαν τον εκθεσιακό χαρακτήρα με την ψυχαγωγία και προωθούσαν ένα μοντέλο απαλλαγμένο από την κακόφημη διάστασή του. Καθοριστική στον εξευγενισμό του είδους υπήρξε η συμβολή των επιχειρηματιών Benjamin Franklin Keith [Μπέντζαμιν Κηθ] και Edward Franklin Albee [Έντουαρντ Άλμπη], που ανήγαγαν το βωντβίλ σε βιομηχανία εθνικής κλίμακας. Σε αυτούς αποδίδεται και η καθιέρωση του ίδιου του όρου «βωντβίλ», ο οποίος το απομάκρυνε από τα υποτιμημένα θεάματα ποικιλιών. Εξέχουσα μορφή υπήρξε επίσης ο ακροβάτης, χορευτής και ηθοποιός Tony Pastor [Τόνυ Πάστορ], στον οποίο αποδίδεται το πρώτο «ευυπόληπτο» βωντβίλ, ένα θέαμα που απευθυνόταν σε ολόκληρη την οικογένεια.
Το βωντβίλ συνδέθηκε στενά με τον κινηματογράφο. Από το 1907 δημοφιλείς παραστάσεις παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε ταινίες, γεγονός που επέτρεψε τη συνύπαρξη των δύο μορφών στον ίδιο χώρο, ενώ αρκετοί καλλιτέχνες ενσωμάτωναν μικρά κινηματογραφικά αποσπάσματα στα νούμερά τους, όπως ο Leopoldo Fregoli [Λεοπόλντο Φρεγκόλι]. Η άνθηση της έβδομης τέχνης οδήγησε σταδιακά πλήθος καλλιτεχνών του βωντβίλ στον κινηματογράφο. Η βελτίωση του βωβού κινηματογράφου και του φωνογράφου στις αρχές της δεκαετίας του 1920, το κραχ του 1929, η Μεγάλη Ύφεση και η μετατόπιση του κοινού προς το ραδιόφωνο σήμαναν την παρακμή και τη σταδιακή εξαφάνιση του είδους. Ωστόσο, καθώς το βωντβίλ υποχωρούσε, το ανθρώπινο δυναμικό του τροφοδότησε συγγενικά είδη του Μπρόντγουαίυ, όπως την επιθεώρηση [revue]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Ziegfeld Follies (1907-1931) του Florenz Ziegfeld [Φλόρεντζ Ζίγκφελντ], που ανέδειξαν καλλιτέχνες προερχόμενους από τη σκηνή του βωντβίλ.