Στην αρχαία ελληνική δραματουργία, ο άγγελος συγκαταλεγόταν στα παγιωμένα δραματικά πρόσωπα της τραγωδίας και του σατυρικού δράματος, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα ο οποίος εισερχόταν στη σκηνή για να αναφέρει με ζωηρό και λεπτομερές ύφος γεγονότα που είχαν λάβει χώρα σε τόπο άλλον από αυτόν της σκηνικής δράσης. Η ετυμολογία της λέξης ανάγεται στο ρήμα ἀγγέλλω («αναγγέλλω», «μεταφέρω είδηση»). Στην αττική τραγωδία διακρίνονταν επίσης συγγενείς τύποι αγγελιαφόρου, όπως ο ἐξάγγελος, ο οποίος ανέφερε όσα συνέβαιναν εντός του οικιακού χώρου (παρασκηνίως, εντός του σκηνικοῦ οἴκου), σε αντιδιαστολή με τον συνήθη άγγελο, που ανήγγελλε συμβάντα από μακρινούς τόπους (πεδία μαχών, παλάτια, ιερά).
Η ύπαρξη του αγγέλου εξυπηρετούσε θεμελιώδεις δραματουργικές ανάγκες της αρχαίας σκηνικής σύμβασης. Πρώτη και κυριότερη ήταν η αρχή της ευπρέπειας, σύμφωνα με την οποία οι σκηνές βίας, φόνου, αυτοκτονίας, διαμελισμού ή θεοφάνειας δεν αναπαριστάνονταν οπτικά αλλά μεταφέρονταν λεκτικά. Δεύτερη ήταν ο περιορισμός των τριών υποκριτών, που καθιστούσε αδύνατη την ταυτόχρονη σκηνική παρουσίαση πολλαπλών χώρων δράσης. Τρίτη ήταν η ανάγκη συμπύκνωσης του δραματικού χρόνου, καθώς η αγγελική ρήση επέτρεπε την αφηγηματική σύμπτυξη γεγονότων εκτεταμένης χρονικής διάρκειας μέσα σε μια ενιαία θεατρική στιγμή. Με αυτή την έννοια, ο άγγελος λειτουργούσε ως γέφυρα ανάμεσα στο εμφανές σκηνικό παρόν και το αόρατο αλλά καθοριστικό «εκτός σκηνής».
Η αγγελική ρήση συγκροτούσε ένα αυτοτελές ρητορικό και ποιητικό είδος εντός της τραγωδίας, με συγκεκριμένες δομικές συμβάσεις. Χαρακτηριστικές εκδοχές συναντώνται στους Πέρσες του Αισχύλου [Aeschylus] με την αφήγηση της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, στον Οἰδίποδα Τύραννον του Σοφοκλή [Sophocles] με την αναγγελία του θανάτου του Πολύβου και την περιγραφή της αυτοτύφλωσης, στην Ἀντιγόνη με την είδηση του θανάτου του Αίμονος και της Ευρυδίκης, καθώς και στις Βάκχες του Ευριπίδη [Euripides], όπου δύο διαδοχικές αγγελικές ρήσεις περιγράφουν τα διονυσιακά θαύματα και τον σπαραγμό του Πενθέως. Στις Βάκχες, μάλιστα, η αγγελική ρήση καθίσταται καταλύτης της δραματικής κορύφωσης και αναδεικνύει την τραγική ειρωνεία του έργου.
Από θεωρητική σκοπιά, ο άγγελος συνιστά παράδειγμα της μετάβασης από την επική στη δραματική αφήγηση, καθώς ενσωματώνει εντός του δράματος τη φωνή του ομηρικού αοιδού.
Η συμβατική φιγούρα του αγγέλου επιβίωσε και μετασχηματίστηκε στο νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο. Στη γαλλική τραγωδία του Pierre Corneille [Πιερ Κορνέιγ / Κορνήλιος] και του Jean Racine [Ζαν Ρασίν / Ρακίνας], το récit (αφηγηματικός μονόλογος) λειτουργεί ως άμεσος κληρονόμος της αγγελικής ρήσης, διατηρώντας την αρχή της μη αναπαράστασης της βίας επί σκηνής, σύμφωνα με τις επιταγές του γαλλικού κλασσικισμού. Αντιπροσωπευτικό παραμένει το récit του Θηραμένους [Théramène] στην Φαίδρα [Phèdre] (1677) του Racine, που περιγράφει τον θάνατο του Ιππολύτου και θεωρείται από τις κορυφαίες στιγμές της τραγικής αφήγησης.