Η ιδέα της δραματοποίησης των Παθών εμφανίζεται ήδη από τους μεσαιωνικούς χρόνους, μέσα από δραματικές συνθέσεις που αναπαριστούσαν τα Πάθη του Χριστού, και παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Οι απαρχές τους εντοπίζονται στο λειτουργικό δράμα, το οποίο γεννήθηκε μέσα στην ίδια τη λειτουργία της Καθολικής Εκκλησίας γύρω στον 10ο αιώνα. Η πιο πρώιμη μορφή του ήταν ο διάλογος «Quem Quaeritis?» [τίνα ζητεῖτε;], ένα σύντομο δραματοποιημένο τροπάριο που αναπαριστούσε τη συνάντηση των τριών Μυροφόρων με τον άγγελο στον κενό τάφο του Χριστού. Το δρώμενο αυτό, γνωστό και ως Visitatio Sepulchri [Η Επίσκεψη στον Τάφο], τελείτο αρχικά στη λατινική γλώσσα από κληρικούς και σταδιακά εμπλουτίστηκε με περισσότερες σκηνές από τη ζωή του Χριστού, καταλαμβάνοντας διαφορετικούς χώρους μέσα στον ναό. Η αποφασιστική εξέλιξη σημειώθηκε γύρω στον 12ο αιώνα, όταν οι «παραστάσεις» εξήλθαν από την εκκλησία και μεταφέρθηκαν στις πλατείες των πόλεων. Αυτή η μετάβαση σηματοδότησε τη γέννηση των μυστηρίων.
Οι αλλαγές ήταν ριζικές:
- Η λατινική αντικαταστάθηκε από την κατά τόπους καθομιλουμένη [vernacular], καθιστώντας το θέαμα προσιτό σε όλο τον λαό.
- Οι παραστάσεις επεκτάθηκαν για να καλύψουν ολόκληρο τον κύκλο των Παθών και συχνά διαρκούσαν πολλές ημέρες. Την οργάνωσή τους ανέλαβαν οι επαγγελματικές συντεχνίες κάθε πόλης. Στη Γαλλία η σημαντικότερη τέτοια οργάνωση ήταν η Αδελφότης των Παθών [Confrérie de la Passion], παρισινή αδελφότητα λαϊκών, στην οποία ο Κάρολος ΣΤ΄ παραχώρησε το 1402 με βασιλικά διπλώματα το προνόμιο να παρουσιάζει μυστήρια στην πόλη· η ανανέωση των προνομίων της το 1518 της εξασφάλισε ουσιαστικό μονοπώλιο στη θεατρική ζωή του Παρισιού. Το 1548 οικοδόμησε το πρώτο μόνιμο στεγασμένο θέατρο της πόλης, το Hôtel de Bourgogne, όμως την ίδια χρονιά το Παρλαμέντο της απαγόρευσε την αναπαράσταση ιερών μυστηρίων, αναγνωρίζοντάς της ως αντάλλαγμα το μονοπώλιο των κοσμικών παραστάσεων. Η απόφαση ώθησε το γαλλικό θέατρο προς τις κοσμικές μορφές.
- Υιοθετήθηκε η πολυτοπική σκηνή, δηλαδή η τεχνική των ταυτόχρονων σκηνών [mansiones], μικρών σκηνικών κατασκευών που αναπαριστούσαν διαφορετικούς τόπους (π.χ. Παράδεισος, Κόλαση, Γολγοθάς), όπως φαίνεται στην περίφημη αναπαράσταση της σκηνής των Μυστηρίων της Βαλανσιέν [Valenciennes] (1547).
Η αισθητική των Παθών χαρακτηριζόταν από έντονο ρεαλισμό, αλλά και από το γκροτέσκο, καθώς το ιερό στοιχείο συνυπήρχε με το κωμικό. Ενώ οι ιερείς και οι απλοί πολίτες αναλάμβαναν τους ρόλους του Χριστού και των αγίων, οι ρόλοι των διαβόλων και άλλων κωμικών χαρακτήρων παίζονταν από επαγγελματίες μίμους.
Στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, αν και δεν υπήρξε ανάλογη εξέλιξη με τα δυτικά μυστήρια, εντοπίζονται σημαντικά δείγματα θρησκευτικού δράματος. Ξεχωρίζουν ο Κυπριακός Κύκλος των Παθών (πριν από το 1320), ολοκληρωμένο θρησκευτικό δράμα με σκηνικές οδηγίες, και ο Χριστός Πάσχων, που αποδιδόταν στον Γρηγόριο Ναζιανζηνό αλλά χρονολογείται πλέον στον 12ο αιώνα. Το δεύτερο είναι δραματικός κέντρων, δηλαδή σύνθεση συναρμοσμένη από προϋπάρχοντες στίχους: περίπου το ένα τρίτο των 2.600 ιαμβικών τριμέτρων του προέρχεται από τραγωδίες του Ευριπίδη, ιδίως τις Βάκχες και τη Μήδεια, και οι στίχοι αυτοί, αποσπασμένοι από το αρχικό τους πλαίσιο, υπηρετούν την αφήγηση των Παθών.
Κατά τον 17ο αιώνα το θρησκευτικό θέατρο επανεμφανίστηκε στον ελληνόφωνο χώρο με τη μορφή του ιησουιτικού θεάτρου, δηλαδή των σχολικών παραστάσεων που οργάνωναν οι ιεραπόστολοι του τάγματος για διδακτικούς και προσηλυτιστικούς σκοπούς: ήδη το 1580 μαρτυρείται παράσταση ή απαγγελία τμημάτων των Παθών στο Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, ενώ στη Νάξο και στη Χίο οι παραστάσεις συνδέονταν με τις πομπές της Αγίας Δωρεάς. Από αυτό το πλαίσιο αναδύθηκε το αιγαιοπελαγίτικο θέατρο, η ελληνόγλωσση θρησκευτική δραματουργία της Χίου και των Κυκλάδων (περ. 1640-1750), με έργα ορθόδοξων ιερέων όπως ο Μιχαήλ Βεστάρχης, ο Γρηγόριος Κονταράτος και ο Γαβριήλ Προσοψάς, γραμμένα σε δημώδη γλώσσα και ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο για το φροντιστήριο του Αγίου Βίκτωρος. Σε αυτό το σώμα ανήκει το μοναδικό αυτοτελές δράμα Παθών της περιόδου, Τα Πάθη του Χριστού του Βεστάρχη (περ. 1642-1662): 616 στίχοι με σκηνικές οδηγίες, πρόλογο συναρμοσμένο από στίχους της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, σκηνή του Πιλάτου με γραμματείς και Φαρισαίους και κατάληξη στο επεισόδιο του άπιστου Θωμά, σε ηθικοδιδακτικό τόνο με εκτενή αφηγηματικά χωρία.
Τα μεσαιωνικά Πάθη παρήκμασαν μετά τη Μεταρρύθμιση (16ος αιώνας) και την άνοδο του επαγγελματικού θεάτρου. Ωστόσο, η παράδοση δεν εξαφανίστηκε, καθώς επιβιώνει μέχρι σήμερα σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, με πιο διάσημο παράδειγμα τα Πάθη του Ομπεραμεργκάου [Oberammergauer Passionsspiele] στη Γερμανία, μια μεγαλειώδη αναπαράσταση που πραγματοποιείται κάθε δέκα χρόνια από τον 17ο αιώνα έως τις μέρες μας.