"These detached views of the city were as common as the sensationalist depictions by the verists, but in many Neue Sachlichkeit works the city emerged as the locus of sexuality and violence, which were often captured through the figure of the prostitute. One of the most emblematic examples is Otto Dix's Großstadt-Triptychon (1927/28, Stuttgart, Staatsgalerie). The artist's hellish vision of the agonies and ecstasies of urban life is set in the post-inflation period, when suffering and prosperity coexisted. In the central panel, a jazz band and the shimmy dance reveal the ecstatic but empty pursuits of urban entertainment, while in the side panels war cripples and prostitutes attest to less resounding aspects of the Weimar metropolis. The war cripples are the forgotten victims, while the prostitutes embody the commercial monomania and unbridled greed that Dix recognised as characteristic of post-war society. Representations of women in works such as this remained ambivalent. Despite the fact that the painter intended to strike at capitalism, which had turned women into commodities, rather than at women themselves, his obsessions remain problematic. Dix's gaze carried elements of both traditional misogyny and modern male anxiety, and in this sense it was as paradoxical as the very position of women in Weimar Germany."
«Αυτές οι ψυχρές απεικονίσεις της πόλης ήταν εξίσου συχνές με τις συγκινησιακά φορτισμένες αναπαραστάσεις των ρεαλιστών, ωστόσο σε πολλά έργα του νεοπραγματισμού η πόλη παρουσιαζόταν ως τόπος σεξουαλικότητας και βίας, εικόνα η οποία αποδιδόταν συχνότατα μέσα από τη μορφή της πόρνης. Ένα από τα πλέον εμβληματικά παραδείγματα συνιστά το Τρίπτυχο της μητρόπολης [Großstadt-Triptychon, 1927/28, Stuttgart, Staatsgalerie] του Otto Dix [Όττο Ντιξ]. Το δαντικό όραμα του ζωγράφου για τις αγωνίες και τις απολαύσεις της αστικής ζωής τοποθετείται στη μεταπληθωριστική περίοδο, όταν συνυπήρχαν ταυτόχρονα η οδύνη και η ευμάρεια. Στο κεντρικό τμήμα, μια ορχήστρα τζαζ και ο χορός σίμμυ αποκαλύπτουν το ξέφρενο πλην κενό ξόδεμα της αστικής διασκέδασης, ενώ στα πλευρικά τμήματα ανάπηροι του πολέμου και πόρνες μαρτυρούν πιο σκοτεινές όψεις της μητρόπολης της Βαϊμάρης. Οι ανάπηροι του πολέμου είναι τα ξεχασμένα θύματα, ενώ οι πόρνες ενσαρκώνουν την εμπορευματοποίηση και την αχαλίνωτη απληστία που ο Ντιξ αναγνώριζε ως χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής κοινωνίας. Οι αναπαραστάσεις των γυναικών σε έργα όπως αυτό παρέμεναν αμφίσημες. Παρά το γεγονός ότι πρόθεση του ζωγράφου ήταν να πλήξει, όχι τις ίδιες τις γυναίκες, αλλά τον καπιταλισμό, ο οποίος είχε μετατρέψει τις γυναίκες σε εμπορεύματα, η εμμονική του προσήλωση στο θέμα αυτό θεωρείται προβληματική. Η ματιά του Ντιξ έφερε στοιχεία τόσο της παραδοσιακής μισογυνίας όσο και της κρίσης της ανδρικής ταυτότητας στην εποχή της νεωτερικότητας και, υπό αυτή την έννοια, ήταν εξίσου παράδοξη όσο και η ίδια η θέση των γυναικών στη Γερμανία της Βαϊμάρης.»
Το απόσπασμα φωτίζει την κοινωνική και έμφυλη διάσταση του νεοπραγματισμού, αναδεικνύοντας τα κεντρικά εικονογραφικά μοτίβα της πόρνης και του ανάπηρου του πολέμου ως αλληγορικές φιγούρες της μεταπληθωριστικής μητρόπολης. Η αναλυτική προσέγγιση καταδεικνύει την αμφισημία της νεοπραγματιστικής «αντικειμενικότητας», όπου η κριτική του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της γυναικείας υπόστασης σε εμπόρευμα συμπλέκεται με στοιχεία παραδοσιακής μισογυνίας και ανδρικής αγωνίας. Έτσι, ο νεοπραγματισμός εμφανίζεται όχι μόνο ως αισθητική πρόταση αλλά και ως πεδίο όπου εκδηλώνονται οι αντιφάσεις της ίδιας της γυναικείας θέσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Το απόσπασμα φωτίζει την κοινωνική και έμφυλη διάσταση του νεοπραγματισμού, αναδεικνύοντας τα κεντρικά εικονογραφικά μοτίβα της πόρνης και του ανάπηρου του πολέμου ως αλληγορικές φιγούρες της μεταπληθωριστικής μητρόπολης. Η αναλυτική προσέγγιση καταδεικνύει την αμφισημία της νεοπραγματιστικής «αντικειμενικότητας», όπου η κριτική του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της γυναικείας υπόστασης σε εμπόρευμα συμπλέκεται με στοιχεία παραδοσιακής μισογυνίας και ανδρικής αγωνίας. Έτσι, ο νεοπραγματισμός εμφανίζεται όχι μόνο ως αισθητική πρόταση αλλά και ως πεδίο όπου εκδηλώνονται οι αντιφάσεις της ίδιας της γυναικείας θέσης στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
West, S. (2000). The Visual Arts in Germany, 1890-1937: Utopia and despair. Manchester: Manchester University Press. Βλ. σ. 164.