Αν και φωνές με εύρος αντίστοιχο της μεσοφώνου υπήρχαν ήδη από τον 17ο αιώνα, ο όρος «μέτζο σοπράνο» [mezzo-soprano] άρχισε να εμφανίζεται τον 18ο αιώνα για να περιγράψει φωνές με πιο σκούρο ηχόχρωμα από τις υψιφώνους. Στην όπερα σέρια, οι ρόλοι αυτοί ήταν συνήθως δευτεραγωνιστικοί, καθώς οι πρωταγωνιστικοί ηρωικοί ρόλοι [primo uomo] μονοπωλούνταν από τους καστράτους. Ο Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] ανέθεσε σε μεσοφώνους εμβληματικούς ρόλους νεαρών αγοριών, όπως ο Κερουμπίνο [Cherubino] στους Γάμους του Φίγκαρο [Le nozze di Figaro], και νεαρών γυναικών, όπως η Ντοραμπέλλα στο Έτσι κάνουν όλες [Così fan tutte]. Η καθιέρωση της μεσοφώνου ως κεντρικής φωνητικής κατηγορίας συντελείται στις αρχές του 19ου αιώνα, με την εξαφάνιση των καστράτων. Οι μεσόφωνοι αναλαμβάνουν πλέον τους ηρωικούς ανδρικούς ρόλους που έγραφαν οι συνθέτες του μπελκάντο, όπως ο Ταγκρέδος στην ομώνυμη όπερα Tancredi του Gioachino Rossini [Τζοακίνο Ροσσίνι] και ο Ρωμαίος στο Οι Καπουλέτοι και οι Μοντέγκοι [I Capuleti e i Montecchi] του Vincenzo Bellini [Βιντσέντσο Μπελλίνι].
Με την εξέλιξη της ρομαντικής όπερας, το δραματουργικό εύρος της μεσοφώνου διευρύνθηκε εντυπωσιακά. Πέρα από τους ρόλους νεαρών αγοριών, οι μεσόφωνοι άρχισαν να ενσαρκώνουν ένα ευρύ φάσμα γυναικείων χαρακτήρων: δυναμικές, χειραφετημένες ηρωίδες (όπως η Ροζίνα στον Κουρέα της Σεβίλλης [Il barbiere di Siviglia]), πιστές φίλες της πρωταγωνίστριας (όπως η Μπρανγκαίνε [Brangäne], στην όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη [Tristan und Isolde]), ισχυρές ανταγωνίστριες (όπως η Άμνερις στην Αΐντα [Aida] και η Έμπολι στον Δον Κάρλο [Don Carlo]) και, κυρίως, εξωτικές, παθιασμένες και επικίνδυνες γυναίκες, με εμβληματικά παραδείγματα την Κάρμεν, κεντρική ηρωίδα της ομότιτλης οπερά-κωμίκ του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ] και τη Δαλιδά στην όπερα Σαμψών και Δαλιδά [Samson et Dalila] του Camille Saint-Saëns [Καμίγ Σαιν-Σανς]. Στο θέατρο πρόζας, ο αντίστοιχος δραματουργικός τύπος της ώριμης, παθιασμένης και συχνά ανταγωνιστικής γυναίκας είναι αυτός της «ντάμας». Προς τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με τον Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους], η μεσόφωνος αναλαμβάνει ακόμη πιο επιβλητικούς ρόλους δεσποτικής γυναίκας, όπως η Κλυταιμνήστρα στην όπερα Ηλέκτρα [Elektra].
Οι βασικές υποκατηγορίες της μεσοφώνου είναι:
- Κολορατούρα: Ευλύγιστη, δεξιοτεχνική φωνή (π.χ. Ροζίνα, Ο κουρέας της Σεβίλλης [Il barbiere di Siviglia]).
- Λυρική: Ζεστή, εκφραστική φωνή, ιδανική για ρόλους νεαρών αγοριών (π.χ. ο «Νικολάκης» [Nicklaus], στα Παραμύθια του Χόφμαν [Les contes d'Hoffmann]).
- Δραματική: Μεγάλη, ισχυρή φωνή με έντονο όγκο, κατάλληλη για παθιασμένους και επιβλητικούς ρόλους (π.χ. Κάρμεν, Άμνερις).
Στις ιστορικές μεσοφώνους του 19ου αιώνα συγκαταλέγονται η ισπανίδα Maria Malibran [Μαρία Μαλιμπράν] (1808-1836), θρυλική για τη δραματική της ένταση, και η αδελφή της Pauline Viardot [Πωλίν Βιαρντό] (1821-1910), για την οποία ο Charles Gounod [Σαρλ Γκουνώ] και ο Jules Massenet [Ζυλ Μασνέ] έγραψαν εμβληματικούς ρόλους, ενώ η Hortense Schneider [Ωρτάνς Σνάιντερ] (1833-1920) ανέδειξε το ρεπερτόριο της γαλλικής οπερέττας ως απόλυτη μούσα του Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ]. Στο διεθνές λυρικό στερέωμα του 20ού και 21ου αιώνα, η τέχνη της μεσοφώνου εκπροσωπήθηκε από ερμηνεύτριες που καθόρισαν το ρεπερτόριο και την υποκριτική του είδους. Στη γερμανόφωνη σκηνή διέπρεψαν η Christa Ludwig [Κρίστα Λούντβιχ] και η Brigitte Fassbaender [Μπριγκίττε Φασμπαίντερ], εμβληματικές στους ρόλους του Richard Strauss και του Richard Wagner. Στο ιταλικό και γαλλικό μπελκάντο διακρίθηκαν η ισπανίδα Teresa Berganza [Τερέσα Μπεργκάνθα] και η αμερικανίδα Marilyn Horne [Μαίριλυν Χορν], απαράμιλλες στη δεξιοτεχνία του Gioachino Rossini, ενώ η βρετανίδα Janet Baker [Τζάνετ Μπαίηκερ] υπήρξε σπουδαία ερμηνεύτρια του παλαιότερου μπαρόκ ρεπερτορίου. Στο ίδιο πλαίσιο ξεχώρισε η αμερικανίδα Grace Bumbry [Γκρέις Μπάμπρυ], η πρώτη μαύρη ερμηνεύτρια που εμφανίστηκε στο Φεστιβάλ του Bayreuth [Μπαϊρόυτ] (1961), η οποία διέπρεψε αρχικά στο μεσοφωνικό ρεπερτόριο πριν επεκταθεί και στους δραματικούς υψίφωνους ρόλους. Στις νεότερες γενιές, η ιταλίδα Cecilia Bartoli [Τσετσίλια Μπαρτόλι] αναβίωσε ξεχασμένο ρεπερτόριο του μπελκάντο με εκθαμβωτική κολορατούρα δεξιοτεχνία, ενώ η λετονή Elīna Garanča [Ελίνα Γκαράντσα] και η αμερικανίδα Joyce DiDonato [Τζόυς Ντι Ντονάτο] καθιερώθηκαν ως κορυφαίες εκπρόσωποι της σύγχρονης λυρικής σκηνής, η πρώτη στο δραματικό και η δεύτερη στο δεξιοτεχνικό μπελκάντο ρεπερτόριο.
Από ελληνικής πλευράς, στις διακεκριμένες μεσοφώνους με διεθνή σταδιοδρομία συγκαταλέγονται οι Έλενα Νικολαΐδη [Elena Nicolaidi], η Κική Μορφονιού [Kiki Morfoniou], η Αγνή Μπάλτσα [Agnes Baltsa], η Δάφνη Ευαγγελάτου [Daphne Evangelatos] και η νεότερη Μαίρη-Έλεν Νέζη [Mary-Ellen Nesi].
Πέρα από την όπερα, η φωνή της μεσοφώνου έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα σε όλα τα είδη της σύγχρονης μουσικής, προσδίδοντας δραματική ένταση, συναισθηματικό βάθος και μια χαρακτηριστική «γήινη» ποιότητα. Xαρακτηριστικές μεσόφωνοι είναι η Shirley Bassey [Σίρλεϋ Μπάσσεϋ], με τη δραματική, ορειχάλκινη φωνή της, η Mercedes Sosa [Μερσέντες Σόσα], η «φωνή της Λατινικής Αμερικής», με το βαθύ, φολκλορικό της ηχόχρωμα και η και η ισπανίδα Sara Montiel [Σάρα Μοντιέλ], με τη βαθιά, αισθησιακή χροιά που σφράγισε την ισπανική «κόπλα» [copla] και τον μουσικό κινηματογράφο. Στο γαλλικό τραγούδι «σανσόν» [chanson], η φωνή της μεσοφώνου ταυτίστηκε με τη δραματική ερμηνευτική παράδοση, από την Édith Piaf [Εντίτ Πιαφ], με τη σπαρακτική χροιά της, έως την Barbara [Μπαρμπαρά] και τη Dalida [Δαλιδά]. Αντιστοίχως, στην ιταλική σκηνή, η σκούρα και επιβλητική μεσόφωνος εκφράστηκε από ερμηνεύτριες όπως η Milva [Μίλβα], γνωστή και για την ερμηνεία του ρεπερτορίου Brecht και Weill και η Mina [Μίνα], με το εξαιρετικό φωνητικό της εύρος. Στις νεότερες μεσοφώνους της δημοφιλούς μουσικής συγκαταλέγονται η Annie Lennox [Άννι Λένοξ] με την ανδρόγυνη εμφάνιση, ψυχή της ποπ, και πιο πρόσφατα οι Giusy Ferreri [Τζούζυ Φερρέρι] και Adele [Αντέλ].
Στον ελληνικό χώρο, η φωνή της μεσοφώνου ταυτίστηκε με τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του έντεχνου, λαϊκού και ελαφρολαϊκού τραγουδιού, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Χάρις Αλεξίου, τη Δήμητρα Γαλάνη, τη Μαρινέλλα, την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, τη Σοφία Βόσσου, την Αλέξια και τη νεότερη Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Στο ελαφρό μουσικό θέατρο και την επιθεώρηση, η Ρένα Βλαχοπούλου υπήρξε η κατεξοχήν εκπρόσωπος της δυναμικής μεσοφώνου, συνδυάζοντας τη φωνητική της άνεση με το κωμικό της ταλέντο.