Ο φουτουρισμός συνιστά ένα βαθιά ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό κίνημα του μοντερνισμού με έντονο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Οι φουτουριστές, θιασώτες της βιομηχανικής προόδου, ύμνησαν τις μηχανές, την ταχύτητα, τον θόρυβο και τα νέα τεχνολογικά μέσα· ταυτόχρονα στράφηκαν με σφοδρότητα εναντίον των παραδοσιακών θεσμών, όπως τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες, και αντιτάχθηκαν στις ιδέες του φεμινισμού. Το κίνημα του φουτουρισμού εκδηλώθηκε μέσα από διάφορες μορφές τέχνης, όπως η λογοτεχνία, η αρχιτεκτονική, οι εικαστικές και οι παραστατικές τέχνες.
Η γενέθλια πράξη του κινήματος θεωρείται η δημοσίευση του Μανιφέστου του Φουτουρισμού στην παρισινή εφημερίδα Le Figaro, τον Φεβρουάριο του 1909. Συντάκτης της διακήρυξης και ιδρυτής του κινήματος ήταν ο Ιταλός ποιητής Filippo Tommaso Marinetti (Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι). Στόχος του ήταν η συγκρότηση ενός καλλιτεχνικού και ιδεολογικού κινήματος που θα ανέτρεπε κάθε δεσμό με το παρελθόν και την ακαδημαϊκή παράδοση, υμνώντας το μέλλον, τη δύναμη και τη μηχανική ενέργεια. Ενδεικτική είναι η φράση του από το μανιφέστο: «Ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο […] είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης». Ακολούθησε η δημοσίευση και άλλων μανιφέστων από τον Μαρινέττι και άλλα μέλη του κινήματος, όπως οι ζωγράφοι Umberto Boccioni [Ουμπέρτο Μποτσιόνι], Luigi Russolo [Λουίτζι Ρούσσολο]και Carlo Carrà [Κάρλο Καρρά].
Οι ιστορικές καταβολές του φουτουρισμού εντοπίζονται σε προγενέστερα κινήματα του μοντερνισμού, όπως ο κυβισμός, αλλά και σε κείμενα του Φρήντριχ Νίτσε και του Μιχαήλ Μπακούνιν. Η έμφαση στην κίνηση, τη δύναμη, την ένταση αποτυπώνεται στα φουτουριστικά έργα, όπου οι καλλιτέχνες επιχειρούν να αναπαραστήσουν την αίσθηση σωμάτων και μορφών εν κινήσει, διασπώντας τις φόρμες και χρησιμοποιώντας έντονες φωτοσκιάσεις.
Στις παραστατικές τέχνες, ο φουτουρισμός επεδίωξε να καταστρέψει το αστικό θέατρο και να το αντικαταστήσει με μια νέα, δυναμική και προκλητική μορφή έκφρασης. Η δραματουργία του εκφράστηκε μέσα από το «συνθετικό θέατρο» [teatro sintetico], το οποίο αποτελείτο από εξαιρετικά σύντομες και συχνά παράλογες σκηνές, βασισμένες στο στοιχείο της έκπληξης και του αιφνιδιασμού. Στόχος ήταν να προκληθεί μια θεατρική εμπειρία που να αντικατοπτρίζει τον κατακερματισμένο και ταχύ ρυθμό της σύγχρονης ζωής. Το κοινό συχνά ενθαρρυνόταν να συμμετέχει ενεργά στο παραστασιακό γεγονός. Οι ηθοποιοί αντιμετωπίζονταν ως μηχανικοί εκτελεστές, απογυμνωμένοι από συναισθηματισμούς. Η σκηνογραφία, με πρωτοπόρους όπως ο Fortunato Depero [Φορτουνάτο Ντεπέρο] και ο Enrico Prampolini [Ενρίκο Πραμπολίνι], χρησιμοποίησε δυναμικά, πολυεπίπεδα σκηνικά, όπου το φως, ο ήχος και οι μηχανές λειτουργούσαν ως αυτόνομοι «χαρακτήρες».
Στη μουσική, ο Luigi Russolo [Λουίτζι Ρούσσολο] με το μανιφέστο Η Τέχνη των Θορύβων [L'arte dei Rumori] υποστήριξε ότι η βιομηχανική εποχή έχει δημιουργήσει ένα νέο ηχητικό περιβάλλον, το οποίο η μουσική οφείλει να αξιοποιήσει και πρότεινε την αντικατάσταση της ορχήστρας με «θορυβογόνα» [Intonarumori], δηλαδή αυτοσχέδια μηχανικά όργανα που θα αναπαρήγαγαν τους ήχους της βιομηχανικής πόλης.
Στον χορό, ο φουτουρισμός εκφράστηκε μέσα από μια ριζική απόρριψη του κλασσικού μπαλέτου, αντικαθιστώντας τη χάρη με τη μηχανική ενέργεια και τον δυναμισμό. Στο Μανιφέστο του Φουτουριστικού Χορού (1917), ο Μαρινέττι καλούσε σε έναν χορό ασύμμετρο, γωνιώδη και αθλητικό, που θα μιμούνταν τις κινήσεις των μηχανών. Κορυφαία παραδείγματα αποτελούν το Feu d'artifice (1917) του Giacomo Balla [Τζάκομο Μπάλλα], μια παράσταση χωρίς χορευτές, βασισμένη αποκλειστικά σε προβολές φωτός και γεωμετρικών σχημάτων, και τα Balli Plastici (1918) του Fortunato Depero [Φορτουνάτο Ντεπέρο], όπου η σκηνή καταλαμβανόταν από γιγαντιαίες ξύλινες μαριονέτες αντί ανθρώπων, εξυμνώντας έτσι την αποπροσωποποίηση και την ανωτερότητα της μηχανής.
Οι παραπάνω ιδέες συνενώθηκαν στις περίφημες «φουτουριστικές εσπερίδες» [serate futuriste], χαοτικές εκδηλώσεις που συνδύαζαν ποίηση, μουσική, πολιτικές διακηρύξεις, μανιφέστα και άμεση πρόκληση προς το κοινό, με στόχο να διαλύσουν την παθητικότητα του θεατή.
Πέρα από την αισθητική του διάσταση, ο φουτουρισμός αποτέλεσε κίνημα με έντονες πολιτικές προεκτάσεις. Πολλοί φουτουριστές υποστήριξαν το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, ενώ εξύμνησαν τον πόλεμο ως «καθαρτήριο» στοιχείο. Η στάση αυτή αναδεικνύει τις αντιφάσεις του κινήματος, καθώς η λατρεία της προόδου συνυπήρχε με αυταρχικά και ελιτίστικα στοιχεία.
Ο ρωσικός φουτουρισμός αναπτύχθηκε παράλληλα αλλά σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τον ιταλικό, αποκτώντας διακριτό χαρακτήρα. Παρότι και εδώ υπήρχε ρήξη με το παρελθόν, η έμφαση δινόταν στη δημιουργία μιας νέας γλώσσας και αντίληψης του κόσμου. Κεντρικές μορφές υπήρξαν ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκυ [Vladimir Mayakovsky] και ο Βελιμίρ Χλέμπνικωφ Velimir Khlebnikov, οι οποίοι πειραματίστηκαν με νέες μορφές έκφρασης, όπως η «υπερλογική» γλώσσα (zaum), επιδιώκοντας να σπάσουν τα όρια της παραδοσιακής σημασίας και επικοινωνίας. Στις παραστατικές τέχνες, κορυφαίο δείγμα υπήρξε η όπερα Νίκη επί του ηλίου [Pobeda nad Solntsem, 1913] σε λιμπρέτο του Αλεξέι Κρουτσόνιχ [Aleksei Kruchenykh], μουσική του Μιχαήλ Ματιούσιν [Mikhail Matyushin] και σκηνικά-κοστούμια του Καζιμίρ Μαλέβιτς [Kazimir Malevich], όπου συνδυάστηκαν πειραματική μουσική, αφηρημένα σκηνικά και μη ρεαλιστική δράση. Σε αντίθεση με τον ιταλικό φουτουρισμό, που κατέληξε ιδεολογικά στον φασισμό, ο ρωσικός φουτουρισμός μετεξελίχθηκε μετά το 1917 σε εργαλείο επαναστατικής προπαγάνδας και τροφοδότησε άμεσα τον κονστρουκτιβισμό και το θέατρο του Μέγιερχολντ [Meyerhold].
Ο φουτουρισμός επηρέασε την εξέλιξη κι άλλων μεταγενέστερων κινημάτων του μοντερνισμού, όπως του σουρεαλισμού, της αρ-ντεκό, του ντανταϊσμού, της οπτικής τέχνης κ.ά. Η επιρροή του παραμένει εμφανής στη γραφιστική, την αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο και τις παραστατικές τέχνες, καθώς διαμόρφωσε μια νέα αντίληψη όπου η τέχνη συνδέεται άμεσα με την τεχνολογία και την κοινωνική δυναμική.