Η οπερά-κωμίκ διαμορφώθηκε στο Παρίσι του πρώιμου 18ου αιώνα, στα θέατρα των παζαριών [Théâtres de la Foire] του Saint-Germain και του Saint-Laurent, σε γειτνίαση με την ιταλική κωμωδία [comédie-italienne], απότοκο της κομμέντια ντελλ άρτε στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο αρχικός της τύπος, γνωστός ως opéra-comique en vaudevilles, συνδύαζε πεζό διάλογο με δημοφιλείς μελωδίες της εποχής, στις οποίες προσαρμόζονταν νέοι στίχοι. Ο προσδιορισμός comique δεν δηλώνει αποκλειστικά κωμική πλοκή ή αίσιο τέλος: το είδος περιέλαβε εξαρχής παρωδίες, κωμωδίες ηθών και χαρακτήρων, συναισθηματικά δράματα και, αργότερα, υποθέσεις με σκοτεινή ή τραγική κατάληξη, στο πνεύμα μιας πανοραμικής αναπαράστασης της ανθρώπινης κωμωδίας.
Η στροφή προς την πρωτότυπη σύνθεση συντελέστηκε στη δεκαετία του 1750, μέσα στο κλίμα της Διαμάχης των Μπουφώνων [Querelle des Bouffons] (1752–1754), της πολεμικής που ξέσπασε όταν ιταλικός θίασος κωμικών ηθοποιών παρουσίασε στην Ακαδημία Μουσικής το ιντερμέδιο La serva padrona [Η δούλα και κυρά] του Giovanni Battista Pergolesi [Τζοβάννι Μπαττίστα Περγκολέζι] και δίχασε το Παρίσι ανάμεσα στους οπαδούς της ιταλικής κωμικής όπερας και στους υπερασπιστές της γαλλικής λυρικής τραγωδίας [tragédie lyrique] του Jean-Philippe Rameau [Ζαν-Φιλίπ Ραμώ]. Ο Jean-Jacques Rousseau [Ζαν-Ζακ Ρουσσώ] τάχθηκε υπέρ της μελωδικής απλότητας και της δραματικής φυσικότητας, προσφέροντας με το ιντερμέδιο Le devin du village [Ο μάντης του χωριού] (1752) υπόδειγμα εγχώριου, εύληπτου μουσικοδραματικού ιδιώματος. Το Les Troqueurs [Οι κατεργαραίοι του παζαριού] (1753) του Antoine Dauvergne [Αντουάν Ντωβέρν], που ανέβηκε στη Foire Saint-Laurent, θεωρείται συμβατικά η πρώτη οπερά-κωμίκ με εξ ολοκλήρου πρωτότυπη μουσική. Παράλληλα, οι Charles-Simon Favart [Σαρλ-Σιμόν Φαβάρ] και Marie-Justine Favart [Μαρί-Ζυστίν Φαβάρ] καθιέρωσαν νέες συμβάσεις ερμηνείας, ενδυμασίας και δραματουργίας. Από τη ζύμωση αυτή προέκυψε η comédie mêlée d'ariettes [κωμωδία αναμεμειγμένη με αριέττες], με εύρος θεματολογίας που κάλυπτε τον εξωτισμό, τη φαντασμαγορία, την ηθογραφία και το δάκρυ, και με κύριους εκπροσώπους τους Egidio Duni [Ετζίντιο Ντούνι], Pierre-Alexandre Monsigny [Πιερ-Αλεξάντρ Μονσινύ], François-André Danican Philidor [Φρανσουά-Αντρέ Ντανικάν Φιλιντόρ] και, κορυφαία μορφή, τον André-Ernest-Modeste Grétry [Αντρέ-Ερνέστ-Μοντέστ Γκρετρύ], συνθέτη της όπερα-κωμίκ Richard Cœur de Lion [Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος] (1784).
Κατά τη Γαλλική Επανάσταση και τα ναπολεόντεια χρόνια, το ρεπερτόριο στράφηκε σε πολιτικές συγκρούσεις, πατριωτικές αναφορές και ηθικά διλήμματα. Η όπερα Sargines [Σαρζίν] (1788) του Nicolas Dalayrac [Νικολά Νταλαϊράκ] αποτύπωσε τη μετάβαση από το πνεύμα του ancien régime προς τις επαναστατικές αξίες, ενώ η Μήδεια [Médée] (1797) του Luigi Cherubini [Λουίτζι Κερουμπίνι], που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Théâtre Feydeau, και ο Ιωσήφ [Joseph] (1807) του Étienne-Nicolas Méhul [Ετιέν-Νικολά Μεύλ] κατέδειξαν ότι η ειδολογική ένταξη παρέμενε ανεξάρτητη από την κωμικότητα της υπόθεσης: ο ομιλούμενος διάλογος συγκρατούσε στο είδος έργα ακραίας τραγικής έντασης.
Ο 19ος αιώνας προσέδωσε στην οπερά-κωμίκ ευρύτερη μουσική κλίμακα και μεγαλύτερη δραματική πυκνότητα. Η ορχήστρα λειτούργησε ως μέσο δομικής συνοχής, μέρος της δράσης μεταφέρθηκε σε εκτενή φωνητικά σύνολα, η χορωδία απέκτησε βαρύτητα, οι άριες έγιναν δεξιοτεχνικές και καθιερώθηκε η χρήση υπενθυμητικών μοτίβων. Σταθμοί υπήρξαν η Λευκή κυρία [La dame blanche] (1825) του François-Adrien Boieldieu [Φρανσουά-Αντριέν Μπουαλντιέ] και ο Φρα Διάβολος [Fra Diavolo] (1830) του Daniel-François-Esprit Auber [Ντανιέλ-Φρανσουά-Εσπρί Ωμπέρ], αμφότερα σε λιμπρέτο του Eugène Scribe [Εζέν / Ευγένιος Σκριμπ], καθώς και η Μινιόν [Mignon] (1866) του Ambroise Thomas [Αμπρουάζ Τομά], η Κάρμεν [Carmen] (1875) του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ], Τα παραμύθια του Χόφμαν [Les contes d'Hoffmann] (1881) του Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ] και η Μανόν [Manon] (1884) του Jules Massenet [Ζυλ Μασνέ]. Το είδος ευνόησε ελαφρύτερες, ευέλικτες φωνές και γέννησε φωνητικούς τύπους που πήραν το όνομά τους από ερμηνευτές και ερμηνεύτριές του, όπως την Dugazon για τους νεανικούς και τους μητρικούς γυναικείους ρόλους, τον baryton-Martin για τον ελαφρύ βαρύτονο με υψηλή έκταση και τον Trial για τον κωμικό χαρακτηριστικό οξύφωνο. Σε ύστερα έργα οι διάλογοι περιορίστηκαν ή αντικαταστάθηκαν από ρετσιτατίβα.
Η ονομασία του είδους μεταβιβάστηκε τελικά στον παρισινό θεατρικό οργανισμό Opéra-Comique [Οπερά-Κωμίκ], με τον οποίο ταυτίστηκε ιστορικά χωρίς να συμπίπτει εννοιολογικά. Το πρότυπο του μουσικού έργου με ομιλούμενο διάλογο τροφοδότησε παράλληλα το ζίνγκσπιλ, τη θαρθουέλα τη μουσικη κωμωδία Σαβόυ και, μέσω της οπερέττας, τις νεότερες μορφές του μουσικού θεάτρου.