Η ανιμασιόν αποτελεί δομή τουριστικών υπηρεσιών, που συμπεριλαμβάνεται κατά κανόνα στο «τουριστικό πακέτο διακοπών» χωρίς επιπρόσθετη χρέωση, και περιλαμβάνει ποικιλία δραστηριοτήτων: αθλητικές (μαθήματα γυμναστικής, βόλεϋ, ποδόσφαιρο, τένις, γιόγκα, πιλάτες), ψυχαγωγικά προγράμματα σχεδιασμένα για παιδιά (Mini Club: κατασκευές, κυνήγι θησαυρού, θεατρικές παραστάσεις), ομαδικά παιχνίδια, τουρνουά και κουίζ, βραδινή ψυχαγωγία (θεατρικές παραστάσεις, θεματικές βραδιές, καραόκε, ζωντανή μουσική, χορευτικά σόου, κινηματογραφικές προβολές), δραστηριότητες πολιτιστικής εμπειρίας και δημιουργικότητας (μαθήματα μαγειρικής, χειροτεχνίες, τοπικοί χοροί, γευσιγνωσία κρασιών ή παραδοσιακών προϊόντων), καθώς και κοινωνικές συναντήσεις ενηλίκων, όπως μαθήματα χορού και πάρτυ στην πισίνα ή στην παραλία.
Οι υπεύθυνοι και οι υπεύθυνες της ανιμασιόν, οι ανιματέρ / ανιματρίς, σχεδιάζουν και υλοποιούν το ημερήσιο και εβδομαδιαίο πρόγραμμα δραστηριοτήτων. Ο ρόλος τους περιλαμβάνει τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και φιλικής ατμόσφαιρας, την προσαρμογή στις ανάγκες, την ηλικία και τα ενδιαφέροντα των πελατών και των πελατισσών (οικογένειες, ζευγάρια, μεμονωμένα άτομα) και την ενεργή συμμετοχή στις δραστηριότητες, ώστε να ενισχύεται η εμπειρία τους μέσω της προσωπικής επαφής. Συχνά είναι ηθοποιοί, χορευτές και χορεύτριες, γυμναστές και γυμνάστριες ή θεατροπαιδαγωγοί, και λειτουργούν σε σταθερές ομάδες κατά τη διάρκεια της τουριστικής σαιζόν.
Οι απαρχές της ανιμασιόν εντοπίζονται στα αθλητικά σωματεία και στα κέντρα διακοπών του μεσοπολέμου, καθώς και στα συλλογικά «χωριά» της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Καθοριστικό πρότυπο αποτέλεσε το Club des Jeux Olympiques, που ιδρύθηκε το 1948 στο Calvi [Καλβί] της Κορσικής, με ρητή αναφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, στην ιδιοκτησία της Édith Filipacchi [Εντίτ Φιλιπακκί], και το επόμενο έτος μετονομάστηκε σε Club Olympique, με τον Ντμίτρι Φιλιππώφ [Dimitri Philippoff] στη διεύθυνση και τον Mario Lewis [Μάριο Λιούις] υπεύθυνο του μπαρ και της ψυχαγωγίας. Τον Αύγουστο του 1949 ο Βέλγος υδατοσφαιριστής Gérard Blitz [Ζεράρ Μπλιτς] πέρασε εκεί δεκαπέντε ημέρες διακοπών με τα παιδιά του και ανέλαβε ο ίδιος την πρωτοβουλία να οργανώσει δραστηριότητες, όπως υποβρύχιες καταδύσεις και αγώνες βόλεϋ, για να απασχολήσει τα μέλη. Στη χειρονομία αυτή αναγνωρίζεται η πρώτη εμπειρική μορφή του ρόλου που θα καθιερωθεί ως ανιματέρ.
Η οργανωμένη ξενοδοχειακή ψυχαγωγία θεσμοποιήθηκε στις 27 Απριλίου 1950, όταν ο Blitz ίδρυσε επίσημα τη μη κερδοσκοπική ένωση Club Méditerranée, με καταστατικό σκοπό, όπως δηλωνόταν, «να αναπτύξει τη ροπή προς τη ζωή στην ύπαιθρο και την άσκηση της φυσικής αγωγής και των αθλημάτων». Το πρώτο «χωριό» στήθηκε την ίδια χρονιά σε έρημη παραλία της Alcúdia, στη βόρεια Μαγιόρκα, χωρίς νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, όπου στις 5 Ιουνίου έφθασαν τριακόσια άτομα και βρήκαν διακόσιες σκηνές από τα πλεονάσματα του αμερικανικού στρατού, δεκαπέντε ντους, ένα μπαρ και είκοσι περίπου διοργανωτές, μεταξύ των οποίων γυμναστές. Το 1952 η Claudine Blitz [Κλωντίν Μπλιτς] επηρέασε την κατασκευή του χωριού της Κέρκυρας «σε ταϊτιανό ύφος»: στήθηκαν οι αχυρένιες καλύβες και καθιερώθηκαν το υποχρεωτικό παρεό, τα «crazy signs» εμπνευσμένα από παραδοσιακούς χορούς και η σεξουαλική ελευθερία. Η ελληνική εγκατάσταση συνιστά ένα από τα πρωιμότερα πεδία εφαρμογής της ανιμασιόν. Έκτοτε η πρακτική επεκτάθηκε και σε άλλα κλειστά παραθεριστικά κέντρα ή κλαμπ διακοπών, όπου οι αθλητικές, πολιτιστικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες συνδυάζονταν με τη φιλοσοφία της βιωματικής επαφής με τη φύση και της ηδονιστικής θεώρησης της αναψυχής. Το 1967 άνοιξε το πρώτο Mini Club Med για οικογένειες με παιδιά, τομή που θεμελίωσε το παιδικό σκέλος της ανιμασιόν. Στο ίδιο διάστημα παγιώθηκε και η ορολογία: οι επισκέπτες και οι επισκέπτριες ονομάζονταν G.M. (gentils membres) και τη φροντίδα τους αναλάμβαναν οι G.O. (gentils organisateurs), με επικεφαλής τον chef du village, από όπου προέρχεται ο σύγχρονος όρος ανιματέρ. Οι G.O. ζούσαν στον ίδιο χώρο με τα μέλη, εμψύχωναν τα αθλήματα και τα παιχνίδια και αναλάμβαναν τη βραδινή ψυχαγωγία, ενώ οι σκηνές των χωριών λειτούργησαν ως πρώτο βήμα για νέους τραγουδιστές, κωμικούς και ακροβάτες, μεταξύ των οποίων ο Patrick Bruel [Πατρίκ Μπρυέλ] και ο Nicolas Canteloup [Νικολά Καντλού]. Στις δεκαετίες 1970 και 1980 η ανιμασιόν κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλής στις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες [resorts] και εντάχθηκε στη βιομηχανία του μαζικού τουρισμού.
Στην εποχή μας επικρατούν πολυδιάστατα προγράμματα που εστιάζουν στην εξατομίκευση της εμπειρίας των επισκεπτών και των επισκεπτριών, ακολουθώντας τις σύγχρονες τάσεις για βιωματικές δραστηριότητες, αειφορία και συναισθηματική σύνδεση. Παράλληλα, οι πρακτικές της ανιμασιόν που αφορούν τη διαχείριση και την εμψύχωση του κοινού επεκτάθηκαν στα παιδικά πάρτυ και σε χώρους μαζικής συναναστροφής, όπως τα νυχτερινά κλαμπ, τα αθλητικά στάδια, οι χώροι συναυλιών και τα τηλεοπτικά πλατώ με ζωντανό κοινό.