Το βουλεβάρτο περιλαμβάνει έργα που ανήκουν σε διαφορετικά δραματικά είδη —δράματα, κωμωδίες, βωντβίλ, οπερέτες, μυθιστορηματικά δράματα— ψυχαγωγικά κυρίως, που βασίζονται σε μια εύπεπτη, ανάλαφρη πλοκή, η οποία εκτυλίσσεται κατά κανόνα σε αστικό περιβάλλον και περιστρέφεται γύρω από οικογενειακές σχέσεις, συζυγικές παρεξηγήσεις και ερωτικά τρίγωνα. Διακρίνεται σε κωμικό και δραματικό (ή σοβαρό) βουλεβάρτο.
Η δραματουργία του αξιοποιεί τεχνικές του ευποίητου έργου [pièce bien faite] και αντιμετωπίζει τις δραματικές καταστάσεις με ελαφρότητα, χιούμορ και ειρωνεία, εστιάζοντας συχνά στην εύθυμη ή ερωτικά άτακτη όψη της αστικής ζωής. Ο σκηνικός τόπος είναι κατά κανόνα το αστικό σαλόνι: εσωτερικό επιπλωμένο με ρεαλιστική πληρότητα, όπου η καθιστική διάταξη προσφέρει το πεδίο των διαλόγων και οι πολλαπλές θύρες, τα παραβάν και οι κρυψώνες παρέχουν τα μέσα της απόκρυψης και της αποκάλυψης. Το σκηνικό δεν λειτουργεί ως απλό περιβάλλον, αλλά ως δραματουργική μηχανή, καθώς η αρχιτεκτονική του καθορίζει τον ρυθμό των εισόδων και των εξόδων που συνθέτουν την πλοκή. Αντίστοιχα, το υποκριτικό ύφος του βουλεβάρτου απαιτεί κομψότητα, ζωντάνια, ρυθμική ακρίβεια και σκηνική γοητεία.
Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη «boulevard» [λεωφόρος], καθώς το είδος συνδέθηκε ιστορικά με τα θέατρα των παρισινών λεωφόρων του 19ου αιώνα, ιδίως της Boulevard du Temple, γνωστής και ως «Λεωφόρος του Εγκλήματος» λόγω των πολυάριθμων μελοδραμάτων που παρουσιάζονταν εκεί. Στα ιδιωτικά εμπορικά αυτά θέατρα διαμορφώθηκε η αισθητική του είδους κατά τον 19ο αιώνα. Προς τα τέλη του αιώνα αναπτύχθηκε το λεγόμενο «σοβαρό βουλεβάρτο», επηρεασμένο από τη γαλλική παράδοση της ψυχολογικής ανάλυσης χαρακτήρων και καταστάσεων. Παράλληλα, το ευρύ ρεπερτόριό του τροφοδότησε το ελαφρό μουσικό θέατρο, όπως την οπερέτα και τη μουσική κωμωδία.
Το βουλεβάρτο συνιστά είδος συνυφασμένο με ένα συγκεκριμένο σύστημα θεατρικής παραγωγής. Προϋποθέτει το ιδιωτικό θέατρο μεσαίας χωρητικότητας, το οποίο λειτουργεί με κριτήρια εισπρακτικής βιωσιμότητας και όχι επιχορήγηση, καθώς και τη μακρά συνεχή εκμετάλλευση μιας παραγωγής [série], που αντικαθιστά την εναλλαγή του ρεπερτορίου με την επανάληψη της ίδιας επιτυχίας για εκατοντάδες παραστάσεις. Κεντρική θέση κατέχει ο θεσμός του θεατρικού αστέρα: η αφίσα προβάλλει το όνομα του πρωταγωνιστή ή της πρωταγωνίστριας πάνω από τον τίτλο, οι ρόλοι γράφονται συχνά κατά μέτρο για συγκεκριμένους ερμηνευτές και ερμηνεύτριες και η προσέλευση του κοινού στηρίζεται στην αναγνωρισιμότητά τους.
Η γενεαλογία του είδους διαγράφεται μέσα από τρεις διαδοχικές γενιές δραματουργών. Στον 19ο αιώνα ο Eugène Labiche [Ευγένιος / Εζέν Λαμπίς] καθιέρωσε το βωντβίλ των αστικών ηθών και ο Georges Feydeau [Ζωρζ Φεντώ] οδήγησε τη μηχανική της παρεξήγησης στην ακρότατη τεχνική της τελείωση με τη φάρσα. Στο μεταίχμιο των αιώνων ο Alfred Capus [Αλφρέντ Καπύ] και ο Henri Bernstein [Ανρί Μπερνστάιν] διαμόρφωσαν το σοβαρό βουλεβάρτο, με έμφαση στην ψυχολογική ανατομία του πάθους. Στον μεσοπόλεμο ο Sacha Guitry [Σασά Γκιτρύ], ηθοποιός και συγγραφέας των έργων του, συνέδεσε το είδος με την προσωπική του σκηνική περσόνα, ενώ ο Marcel Achard [Μαρσέλ Ασάρ] εισήγαγε τον λυρικό τόνο. Μεταπολεμικά ο Jean Anouilh [Ζαν Ανούιγ] μετέγραψε τις συμβάσεις του βουλεβάρτου σε γλώσσα στοχαστική και πικρή, καθιστώντας τις μηχανισμό αυτοαναφορικού σχολιασμού της θεατρικής ψευδαίσθησης, όπως στο La répétition ou l'amour puni [Η πρόβα ή Η τιμωρία του έρωτα, 1950].
Το είδος εδραιώθηκε πανευρωπαϊκά κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά την περίοδο της μπελ-επόκ [belle époque] έως περίπου τη δεκαετία του 1930. Στο ελληνικό θέατρο το βουλεβάρτο γνώρισε ακμή κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, συνδεόμενο με το φαινόμενο του βεντετισμού και το ρεπερτόριο θιάσων όπως εκείνοι της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Οι παραστάσεις διακρίνονταν για τον κοσμοπολίτικο αέρα, τη σκηνική πολυτέλεια και την εμπορική τους απήχηση στο αστικό κοινό. Παράλληλα, το βουλεβάρτο επηρέασε σημαντικά την ελληνική ελαφρά κωμωδία, ενώ η θεματολογία και η εμπορική του λογική λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την επιθεώρηση του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Κατά τον 20ό αιώνα πολλά έργα του βουλεβάρτου μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση της απήχησής τους. Χαρακτηριστική περίπτωση η γαλλική τηλεοπτική σειρά Au théâtre ce soir [Στο θέατρο απόψε, 1966-1985], που μετέδιδε ολόκληρες παραστάσεις των παρισινών ιδιωτικών θεάτρων με τα αυθεντικά σκηνικά τους.