"Il me semble aujourd'hui (13 octobre 1981) percevoir cinq types de relations transtextuelles, que j'énumérerai dans un ordre approximativement croissant d'abstraction, d'implicitation et de globalité. Le premier a été, voici quelques années, exploré par Julia Krist eva, sous le nom d'intertextualité, et cette nomination nous fournit évidemment notre paradigme terminologique. Je le définis pour ma part, d'une manière sans doute restrictive, par une relation de coprésence entre deux ou plusieurs textes, c'est-à-dire, eidétiquement et le plus souvent, par la présence effective d'un texte dans un autre. Sous sa forme la plus explicite et la plus littérale, c'est la pratique traditionnelle de la citation (avec guillemets, avec ou sans référence précise) ; sous une forme moins explicite et moins canonique, celle du plagiat (chez Lautréamont, par exemple), qui est un emprunt non déclaré, mais encore littéral ; sous forme encore moins explicite et moins littérale, celle de l'allusion, c'est-à-dire d'un énoncé dont la pleine intelligence suppose la perception d'un rapport entre lui et un autre auquel renvoie nécessairement telle ou telle de ses inflexions, autrement non recevable."
«Μου φαίνεται σήμερα (13 Οκτωβρίου 1981) ότι διακρίνω πέντε τύπους διακειμενικών σχέσεων, τους οποίους θα απαριθμήσω με σειρά κατά προσέγγιση αυξανόμενης αφαίρεσης, υπόρρησης και καθολικότητας. Ο πρώτος διερευνήθηκε πριν από μερικά χρόνια από την Julia Kristeva, υπό την ονομασία διακειμενικότητα, και η ονομασία αυτή μας παρέχει προφανώς το ορολογικό μας παράδειγμα. Τον ορίζω από τη δική μου πλευρά, κατά τρόπο αναμφίβολα περιοριστικό, ως σχέση συμπαρουσίας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κείμενα, δηλαδή, ειδητικά και συνηθέστερα, ως πραγματική παρουσία ενός κειμένου μέσα σε ένα άλλο. Υπό την πλέον ρητή και κατά γράμμα μορφή της, πρόκειται για την παραδοσιακή πρακτική του παραθέματος (με εισαγωγικά, με ή χωρίς ακριβή παραπομπή). Υπό μορφή λιγότερο ρητή και λιγότερο κανονική, πρόκειται για τη λογοκλοπή (στον Lautréamont, λόγου χάρη), η οποία συνιστά δάνειο αδήλωτο, αλλά και πάλι κατά γράμμα. Υπό μορφή ακόμη λιγότερο ρητή και λιγότερο κατά γράμμα, πρόκειται για τον υπαινιγμό, δηλαδή για μια εκφορά της οποίας η πλήρης κατανόη ση προϋποθέτει την αντίληψη μιας σχέσης ανάμεσα σε αυτήν και σε κάποια άλλη, στην οποία παραπέμπει κατ' ανάγκην τούτη ή εκείνη η απόχρωσή της, αλλιώς μη αποδεκτή».
Ο Gérard Genette ορίζει τη διακειμενικότητα ως σχέση συμπαρουσίας δύο ή περισσοτέρων κειμένων, δηλαδή ως πραγματική παρουσία ενός κειμένου μέσα σε ένα άλλο, και την εντάσσει ως πρώτο από τους πέντε τύπους διακειμενικών σχέσεων στο ευρύτερο πεδίο που ονομάζει διακειμενικότητα υπό ευρεία έννοια. Αναγνωρίζει ρητά την πατρότητα του όρου στην Julia Kristeva, περιορίζοντας ωστόσο το εύρος του. Διακρίνει τρεις βαθμίδες φανερότητας της σχέσης: το παράθεμα, τη λογοκλοπή και τον υπαινιγμό.
Genette, G. (1982). Palimpsestes: La littérature au second degré. Paris: Seuil, σ. 8.