Thymele Logo
Search

στριπτήζ [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 11
Videos Icon 12
[1]

Ορισμός

Είδος αισθησιακού θεάματος κατά το οποίο ο επιτελεστής ή η επιτελέστρια αφαιρεί σταδιακά και ρυθμικά την ενδυμασία του/της ενώπιον κοινού, μετατρέποντας την ίδια την αργή αποκάλυψη του σώματος, και όχι απλώς το τελικό γυμνό, σε χορογραφημένο ερωτικό θέαμα.

Ανάπτυξη

Το στριπτήζ [striptease] συνθέτει τις αγγλικές λέξεις strip (γδύνω) και tease (ερεθίζω, προκαλώ), και ο όρος καθιερώθηκε στην αμερικανική αργκό τη δεκαετία του 1930, ενώ η γαλλική παράδοση χρησιμοποίησε τον όρο effeuillage (κυριολεκτικά «ξεφύλλισμα»). Το είδος δεν ταυτίζεται με το σκηνικό γυμνό: ουσία του δεν είναι η τελική γύμνια, αλλά η δραματουργία της αναβολής. Ο επιτελεστής ή η επιτελέστρια αφαιρεί τα ενδύματα ένα προς ένα, αξιοποιώντας πέπλα, γούνες, βεντάλιες, φτερά και μακριά γάντια ως εργαλεία μιας τελετουργικής καθυστέρησης, συνοδεία μουσικής και χορευτικής κίνησης, ώστε η υπόσχεση της αποκάλυψης να παρατείνεται όσο το δυνατόν περισσότερο.


Η θεωρητική προσέγγιση του είδους οργανώθηκε γύρω από αυτή τη διαλεκτική του κρυμμένου και του φανερού. Ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], στο δοκίμιό του «Strip-tease» από τις Mythologies [Μυθολογίες] (1957), διατύπωσε το κεντρικό παράδοξο: το στριπτήζ «απο-σεξουαλικοποιεί τη γυναίκα τη στιγμή ακριβώς που τη γυμνώνει», καθώς τα εξωτικά προσχήματα και τα εξαρτήματα λειτουργούν ως ασπίδα που απομακρύνει τον θεατή από το πραγματικό σώμα, ενώ η επαγγελματική δεξιοτεχνία του χορού εξαγνίζει το θέαμα. Το είδος στηρίχθηκε έτσι στην ένταση ανάμεσα στο επιτρεπτό και το απαγορευμένο: η ίδια η νομοθεσία (η υποχρέωση κάλυψης των θηλών με pasties ή της ήβης με το G-string) όρισε το όριο όπου το θέαμα παρέμενε νόμιμο, τρέφοντας τη γοητεία του παράνομου και του μισοκρυμμένου.


Η σύγχρονη μορφή του διαμορφώθηκε στο Παρίσι του φεν-ντε-σιέκλ [fin de siècle], στα καμπαρέ και τα μιούζικ χωλ, όπως το Moulin Rouge [Μουλέν Ρουζ] και οι Folies Bergère [Φολί Μπερζέρ]. Η παράσταση Le Coucher d'Yvette [Η Υβέτ πλαγιάζει] (1894) καταγράφεται ως πρώιμο δείγμα δημόσιου στριπτήζ, με πρόσχημα την αφήγηση μιας γυναίκας που ετοιμάζεται για ύπνο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και το σκάνδαλο της συγγραφέως Colette [Κολέτ], η οποία τον Ιανουάριο του 1907 εμφανίστηκε ημίγυμνη στο Moulin Rouge, στην παντομίμα Rêve d'Égypte [Όνειρο της Αιγύπτου], ξετυλίγοντας σταδιακά τους επιδέσμους μιας μούμιας που ζωντανεύει. Η παράσταση, αν και δεν συνιστούσε στριπτήζ με την καθιερωμένη σημασία του όρου, αξιοποίησε τη δραματουργία της σταδιακής αποκάλυψης του σώματος και λειτούργησε ως πρόδρομη, οριακή μορφή του είδους, φανερώνοντας ταυτόχρονα πώς το ερωτικό ξεγύμνωμα επί σκηνής άγγιζε τα όρια της κοινωνικής ανοχής.


Στις παραστατικές τέχνες, καθοριστική υπήρξε η «Σαλωμανία»: το δράμα Salomé [Σαλώμη] (1891) του Oscar Wilde [Όσκαρ Ουάιλντ] και η ομώνυμη όπερα (1905) του Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους] καθιέρωσαν τον «χορό των επτά πέπλων» ως πρότυπο σταδιακής αποκάλυψης, που ερμήνευσαν χορεύτριες όπως η Maud Allan [Μωντ Άλλαν]. Παράλληλα, το ρεύμα του οριενταλισμού και οι «εξωτικές» ερμηνεύτριες, με προεξάρχουσες τη Mata Hari [Μάτα Χάρι] και αργότερα τη Josephine Baker [Ζοζεφίν Μπαίηκερ] με τη διάσημη «φούστα από μπανάνες» (1926), συνέδεσαν το γυμνό σώμα με τη φαντασίωση του Άλλου.


Στις Ηνωμένες Πολιτείες το στριπτήζ αναπτύχθηκε μέσα από το μπουρλέσκ [burlesque]: καθώς το βωντβίλ [vaudeville] στρεφόταν σε οικογενειακό κοινό, το μπουρλέσκ, με ναό του το θέατρο Minsky's στη Νέα Υόρκη, το ανέδειξε σε κεντρικό πόλο έλξης. Η Gypsy Rose Lee [Τζίπσυ Ρόουζ Λη] προσέδωσε στο είδος λεκτική ευφυΐα και θεατρική εκλέπτυνση, μετατρέποντας την απογύμνωση σε πνευματώδη μονόλογο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακολούθησε η «χρυσή εποχή» των αμερικανικών καμπαρέ. Από τη δεκαετία του 1960, οι κοινωνικές ανακατατάξεις και η νομική χαλάρωση οδήγησαν στο πλήρες γυμνό και στη συστηματική εμφάνιση του ανδρικού στριπτήζ (με εμβληματικό παράδειγμα τους Chippendales, 1979).


Στον ελληνικό χώρο, το στριπτήζ συνδέθηκε με την ανάδυση των κοσμικών κέντρων, των καμπαρέ και των νυχτερινών κέντρων ποικιλιών κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ιδίως στην Αθήνα και στον Πειραιά. Το είδος μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής, όπου η μορφή της «αρτίστας» του καμπαρέ αποτέλεσε επαναλαμβανόμενο τύπο, συχνά με ηθικοπλαστική ή κωμική χροιά.


Στη σύγχρονη εποχή, η αναβίωση του νέο-μπουρλέσκ [neo-burlesque], με κεντρική μορφή τη Dita Von Teese [Ντίτα Φον Τηζ], επανέφερε την αίγλη και τη στυλιζαρισμένη αισθητική του παρελθόντος, ενώ οι σύγχρονες συζητήσεις κινούνται ανάμεσα στη φεμινιστική επανοικειοποίηση της σεξουαλικότητας και στην κριτική της εμπορευματοποίησης του σώματος.

Εναλλακτικές Εκδοχές

στριπτίζ
Αγγλικά
striptease
Γαλλικά
strip-tease, le / effeuillage, le
Γερμανικά
Striptease, der
Ιταλικά
striptease, il / spogliarello, lo

Συνώνυμα

στριπ σόου

Σχετικοί όροι

στριπτηζέρ / στριπτηζέζ, αισθησιασμός, θυριδοσκόπιο, σεξ σόου, μιούζικ χωλ, βαριετέ

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Although part of striptease’s appeal emerges from the taboos surrounding it, its full meaning reaches beyond those taboos to embrace a series of contradictions. In the Jazz Age, striptease became a powerful symptom of twenties decadence and the New Woman’s sexual liberation. It was at once a warning about the effects of commercialized vice’s takeover and a testament to women’s newfound economic freedom. At a moment when male and female ideals seemed to become more distant from each other, striptease appeared to mark a distinct gender identity for women. At a time when women were entering the workforce and making strides in public social life, it is no accident that striptease emerged as a form of entertainment mostly directed at men."


«Παρότι ένα μέρος της απήχησης του στριπτήζ πηγάζει από τα ταμπού που το περιβάλλουν, το πλήρες νόημά του υπερβαίνει αυτά τα ταμπού και εμπερικλείει μια σειρά αντιφάσεων. Στην εποχή της τζαζ, το στριπτήζ αναδείχθηκε σε ισχυρό σύμπτωμα της παρακμής της δεκαετίας του 1920 και της σεξουαλικής απελευθέρωσης της "Νέας Γυναίκας". Λειτουργούσε ταυτόχρονα ως προειδοποίηση για τις συνέπειες της κυριαρχίας της εμπορευματοποιημένης διαφθοράς και ως μαρτυρία της νέας οικονομικής ελευθερίας των γυναικών. Σε μια περίοδο κατά την οποία τα ανδρικά και γυναικεία πρότυπα έμοιαζαν να απομακρύνονται μεταξύ τους, το στριπτήζ φαινόταν να προσδιορίζει μια διακριτή έμφυλη ταυτότητα για τις γυναίκες. Καθώς οι γυναίκες εισέρχονταν στην αγορά εργασίας και σημείωναν πρόοδο στη δημόσια κοινωνική ζωή, δεν είναι τυχαίο ότι το στριπτήζ αναδύθηκε ως μια μορφή ψυχαγωγίας απευθυνόμενη κυρίως σε άνδρες.»

Το απόσπασμα αναδεικνύει τον αντιφατικό χαρακτήρα του στριπτήζ ως πολιτισμικού φαινομένου της δεκαετίας του 1920: την ίδια στιγμή που καταγγελλόταν ως σύμπτωμα ηθικής παρακμής, λειτουργούσε ως έμπρακτη μαρτυρία της οικονομικής χειραφέτησης της «Νέας Γυναίκας». Ο συγγραφέας εντοπίζει εδώ την κεντρική αντίφαση του είδους: το στριπτήζ γεννήθηκε ως γυναικεία επαγγελματική αυτονομία, αλλά συγκροτήθηκε ως θέαμα προορισμένο για το αντρικό βλέμμα.

Shteir, R. (2004). Striptease: The untold history of the girlie show. Oxford: Oxford University Press, σ. 4.

Quote Icon

"Striptease died with burlesque. It was killed by self-inflicted boredom, as the supporting comedic acts were replaced by additional strippers until the all-male audience had nothing to relieve the monotony of G-strings and naked nipples. With the advent of hard-core film pornography in the 1960s and home video in the late 1970s, there was no reason for the male population to frequent a striptease show. Curiously, the demise of the female striptease acts was followed in the 1980s by the rise of male striptease performances, geared toward female audiences [...]. The all-male Chippendales dancers in Los Angeles grew from one nightclub to an industry, which embraced books and calendars as well as theatrical tours throughout the Western world."


«Το στριπτήζ πέθανε μαζί με το μπουρλέσκ. Στην ουσία, αυτοκτόνησε από πλήξη, καθώς τα υποστηρικτικά κωμικά νούμερα αντικαταστάθηκαν από επιπλέον στρίπερς [strippers], μέχρι που, για το αποκλειστικά ανδρικό κοινό, δεν υπήρχε πλέον τίποτα να ανακουφίσει τη μονοτονία των στρινγκ [G-strings] και των γυμνών θηλών. Με την εμφάνιση των σκληρών πορνογραφικών ταινιών τη δεκαετία του 1960 και του οικιακού βίντεο στα τέλη της δεκαετίας του 1970, δεν υπήρχε πλέον λόγος ο ανδρικός πληθυσμός να συχνάζει σε παραστάσεις στριπτήζ. Παραδόξως, την κατάρρευση των γυναικείων παραστάσεων στριπτήζ ακολούθησε τη δεκαετία του 1980 η άνοδος των ανδρικών επιτελέσεων, που απευθύνονταν σε γυναικείο κοινό. Οι Chippendales [Τσίπεντεϊλς] του Λος Άντζελες, που απαρτίζονταν αποκλειστικά από άνδρες χορευτές, εξελίχθηκαν από ένα νυχτερινό κέντρο σε μια ολόκληρη βιομηχανία, η οποία περιλάμβανε την έκδοση βιβλίων και ημερολογίων, καθώς και θεατρικές περιοδείες σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.»

Το απόσπασμα περιγράφει την παρακμή του στριπτήζ ως αυτόνομου θεάματος, όταν η αφαίρεση των κωμικών ενδιάμεσων νούμερων εξάλειψε τη δραματουργική εναλλαγή που συντηρούσε το ενδιαφέρον, αφήνοντας το γυμνό εκτεθειμένο στη μονοτονία. Ο συγγραφέας συνδέει την πτώση με την άνοδο της πορνογραφίας και του οικιακού βίντεο, που κατήργησαν τον λόγο ύπαρξης του ζωντανού θεάματος, ενώ επισημαίνει το παράδοξο της αντιστροφής των ρόλων στη δεκαετία του 1980, με το ανδρικό στριπτήζ να απευθύνεται πλέον σε γυναικείο κοινό.

Slide, A. (2012). Striptease. Στο The encyclopedia of vaudeville (σσ. 481-482). Mississippi: University Press of Mississippi, σ. 482.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η ακροβάτρια Laverie Vallee [Λαβερί Βαλλέ], γνωστή ως Charmion [Σαρμιόν], στην ταινία Trapeze Disrobing Act

Επεισόδιο του καναλιού The Firsts αφιερωμένο στην ιστορία του στριπτήζ, από τα κανκάν των…

Η Rita Hayworth [Ρίτα Χέιγουορθ] στην ταινία Gilda [Τζίλντα] (1946), σε σκηνοθεσία του Charles Vidor…

Η Ζέτα Αποστόλου [Zeta Apostolou] αποτέλεσε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου…

H Jeanne Moreau [Ζαν Μορώ] και η Brigitte Bardot [Μπριζίτ Μπαρντό] στην ταινία Viva Maria

Σκηνή στριπτήζ από το τρίτο επεισόδιο "Mara" της ταινίας Ieri, oggi, domani [Χθες, σήμερα,…

Κεντρική σκηνή από το The Full Monty [Όλα για όλα] (1997), σε σκηνοθεσία…

Προωθητικό βίντεο της παγκόσμιας περιοδείας των Chippendales [Τσιπεντέιλς] (2016). Το αμιγώς ανδρικό σύνολο χορευτών, που…

Το μουσικό βίντεο του Joe Cocker [Τζο Κόκερ] για την επιτυχία του «You Can…

Η Dita Von Teese [Ντίτα Φον Τηζ] στην παράσταση στριπτήζ Undress To Kill, στο…

Η Ελιζαβέτα Τουκταμίσεβα [Elizaveta Tuktamysheva] στο ελεύθερο πρόγραμμά της "Toxic" [Τοξική] με υπόκρουση το ομότιτλο…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Dance of the Seven Veils (1925): Πίνακας του Gaston Bussière που απεικονίζει τον «χορό των…

H κουήρ αρτίστα Barbette (Vander Clyde) που πρωταγωνιστούσε στα θεάματα του Moulin Rouge του Παρισιού…

Αρτίστες του Soho's Casino de Paris Striptease Theatre Club, 1977.

Η Ελένη Καβαλλιεράτου [Germaine Aymos], μία από τις πρώτες αρτίστες του στριπτήζ στα καμπαρέ Moulin…

Αρτίστα κατά την ερμηνεία νούμερου στριπτήζ σε καμπαρέ της Τρούμπας, Πειραιάς, δεκαετία 1960. Κατά την…

Το Moulin Rouge [Μουλέν Ρουζ], Παρίσι. Τα παρισινά καμπαρέ και μιούζικ χωλ του φεν-ντε-σιέκλ αποτέλεσαν…

Η Colette [Κολέτ] στο μιμόδραμα Rêve d'Égypte [Όνειρο της Αιγύπτου], Moulin Rouge [Μουλέν…

Παράσταση στριπτήζ με σκηνικό «λουτρού γάλακτος» (milk bath), Ιαπωνία, 1951. Γύρω στο 1950…

Η απαράμιλλη αρτίστα του μπουρλέσκ Gypsy Rose Lee [Τζύψυ Ρόουζ Λη] στο εξώφυλλο του περιοδικού

Πιθανώς η αρχαιότερη γνωστή απεικόνιση στριπτήζ σε έντυπο υλικό, από τη γερμανική εικονογραφημένη έκδοση (1720)…

Άνδρες έτοιμοι για όλα, ελληνική παραγωγή του Ladies Night [Βραδιά για Κυρίες]…

Διαφήμιση των αρωματισμένων σιγαρέτων "Salome" [Σαλώμη] της Rosedor Cigarette Co., Νέα Υόρκη, 1915. Η εικονογράφηση…

βασική

Barton, B. (2006). Stripped: inside the lives of exotic dancers. New York: New York University Press.

Bowie, E. (2013). The sympotic tease. Στο Essays on ancient greek literature and culture (σσ. 635-646). Cambridge: Cambridge University Press.

Glasscock, J. (2003). Striptease: From gaslight to spotlight. New York: Harry N. Abrams.

Jarrett, J. L. (1997). Stripping in time: A history of exotic dancing. San Francisco: Pandora.

Lieppe-Levinson, K. (2002). Strip show: Performances of gender and desire. New York: Routledge.

McNair, B. (2005). Η κουλτούρα του στριπτίζ. Σεξ, μέσα ενημέρωσης και ο εκδημοκρατισμός της επιθυμίας. Αθήνα: Σαββάλας.

Murray, G. (2005). Naked jungle: Soho stripped bare. London: Silverback Press.

Roach, C. M. (2007). Stripping, sex and popular culture. Oxford: Berg Publishers.

Shteir, R. (2004). Striptease: The untold history of the girlie show. Oxford: Oxford University Press.

Wortley, R. (1976). The pictorial history of striptease. London: Octopus Books.

συμπληρωματική

Manderson, L. (Επιμ.). (1985). Australian ways. Anthropological studies in an industrialised society. London: Routledge.

Pullen, K. (2005). Actresses and whores: On stage and in society. Cambridge: Cambridge University Press.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. στριπτήζ. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/στριπτήζ

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «στριπτήζ». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/στριπτήζ.

MLA

«στριπτήζ». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/στριπτήζ.

1733