Το παραμυθόδραμα αναδύθηκε ως διακριτό δραματικό είδος κατά τον 19ο αιώνα, αν και οι ρίζες του ανάγονται στην προφορική λαϊκή παράδοση και στο μεσαιωνικό θέατρο. Η χρήση μαγικών στοιχείων και υπερφυσικών συμβάντων το διαφοροποιεί από το ρεαλιστικό δράμα. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η παρουσία αρχετυπικών μορφών: ο ήρωας ή η ηρωίδα που ξεκινά ταξίδι μύησης, η κακιά μητριά, ο μαγικός βοηθός, ο σοφός γέρος. Τα πρόσωπα αυτά λειτουργούν ως φορείς συμβολικών σημασιών, εκφράζοντας καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες και αξίες, ενώ η πλοκή ακολουθεί το πρότυπο της δοκιμασίας και της αποκατάστασης, με συχνή κατάληξη την επικράτηση του καλού.
Στην ευρωπαϊκή παράδοση πρόδρομος του είδους υπήρξε ο Carlo Gozzi [Κάρλο Γκότσι], ο οποίος, αντιτασσόμενος στον ρεαλισμό του Carlo Goldoni [Κάρλο Γκολντόνι], επανέφερε στη σκηνή το φανταστικό με τις fiabe teatrali του, συνδυάζοντας παραμυθιακά μοτίβα και κοινωνική σάτιρα. Τα έργα του τροφοδότησαν πλήθος οπερών: ο Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] (Die Feen [Οι νεράιδες], 1834), ο Σεργκέι Προκόφιεφ [Sergei Prokofiev] (L'amour des trois oranges [Ο έρωτας των τριών πορτοκαλιών], 1921) και ο Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι] (Turandot [Τουραντώ], 1926) διασκεύασαν παραμυθοδράματα του Gozzi. Παράλληλα, στη γαλλική σκηνή άκμασε η féerie [νεραϊδοφαντασία] και η λυρική εκδοχή της, η opéra-féerie: θεαματικό είδος με μηχανισμούς, μεταμορφώσεις, χορό και υπερφυσικά τοπία, που καλλιέργησε τη σκηνική μαγεία και τη φαντασμαγορία. Στη βιεννέζικη παράδοση, το Zaubermärchen του Ferdinand Raimund [Φέρντιναντ Ράιμουντ] στάθηκε πρότυπο για λαϊκά παραμυθοδράματα με ηθικοδιδακτικό υπόβαθρο.
Ως συνειδητή αισθητική επιλογή, το είδος θεμελιώθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα από τον Ludwig Tieck [Λούντβιχ Τηκ], κεντρική μορφή του γερμανικού ρομαντισμού, ο οποίος με έργα όπως το Der gestiefelte Kater [Ο παπουτσωμένος γάτος] (1797) εισήγαγε τη ρομαντική ειρωνεία και μεταθεατρικά τεχνάσματα. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Gerhart Hauptmann [Γκέρχαρτ Χάουπτμαν] έδωσε με τη Die versunkene Glocke [Η βυθισμένη καμπάνα] (1896) νεορομαντικό παραμυθόδραμα. Οι συμβολιστές στράφηκαν στο είδος αναζητώντας διέξοδο από τον νατουραλισμό: ο Maurice Maeterlinck [Μωρίς Μαίτερλινκ] με το L'Oiseau bleu [Το γαλάζιο πουλί] (1908) διερεύνησε μεταφυσικά ερωτήματα περί ευτυχίας. Στην «ιρλανδική αναγέννηση», ο William Butler Yeats [Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέιτς] αξιοποίησε τον κελτικό θρύλο των νεράιδων (The Land of Heart's Desire [Η χώρα του πόθου], 1894), ενώ ο Federico García Lorca [Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα] πειραματίστηκε με το παραμυθιακό ήδη στο πρώιμο El maleficio de la mariposa [Τα μάγια της πεταλούδας] (1920). Στη Σοβιετική Ένωση, ο Γεβγκένι Σβαρτς [Yevgeny Schwarz] έγραψε παραμυθοδράματα όπως το Ο δράκος [Дракон] (1944), που λειτουργούσαν ως αλληγορίες κατά του ολοκληρωτισμού.
Στην Ελλάδα το παραμυθόδραμα εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, με πρωτοπόρο τον Γιάννη Καμπύση· τα έργα του Η Ανατολή και Ο Αρήγιανος αποτελούν πρώιμα δείγματα, αντλώντας από παραμυθιακά μοτίβα και τον λαϊκό πολιτισμό. Γνωρίσματα του είδους διαπιστώνονται στον Γουανάκο του Γιάννη Ψυχάρη και στην Τρισεύγενη του Κωστή Παλαμά, ενώ παραμυθοδράματα έγραψαν και οι Ιωάννης Πολέμης, Σωτήρης Σκίπης, Νίκος Καζαντζάκης και Ιάκωβος Καμπανέλλης (Παραμύθι χωρίς όνομα, 1959).
Το είδος δεν προσφέρει πάντοτε ιδεαλιστική και απολιτική εικόνα του κόσμου: συχνά αντιστρέφει ή εμπλουτίζει την πραγματικότητα με φανταστικά στοιχεία, οδηγούμενο σε ένα είδος μαγικού ρεαλισμού. Η σύγχρονη σκηνική πρακτική το επανεξετάζει υπό το πρίσμα της αποδόμησης: δραματουργοί και σκηνοθέτες αναδιατυπώνουν κλασσικά παραμύθια αναδεικνύοντας τις έμφυλες, οικολογικές και ηθικοκοινωνικές διαστάσεις τους, όπως στο The Skriker [Η Στρίτζω, (1994)] της Caryl Churchill [Κάρυλ Τσέρτσιλ], στο μιούζικαλ Into the Woods [Μέσα στο δάσος] (1987) των Stephen Sondheim [Στήβεν Σόντχαϊμ] και James Lapine [Τζέιμς Λαπάιν], ή στις σκηνικές επανεγγραφές της Emma Rice [Έμμα Ράις]. Έτσι το είδος παραμένει ζωντανό, προσφέροντας εύπλαστο πλαίσιο κριτικού στοχασμού μέσα από τη γλώσσα της φαντασίας.