Thymele Logo
Search

διάλειμμα [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 5
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Προγραμματισμένη, σύντομη διακοπή ενός θεάματος ή ακροάματος, η οποία εξυπηρετεί τόσο πρακτικές ανάγκες (ανάπαυση, αλλαγή σκηνικού), όσο και δραματουργικές λειτουργίες· σε παλαιότερες εποχές, κατά τη διάρκειά της παρουσιάζονταν αυτόνομα καλλιτεχνικά δρώμενα.

Ανάπτυξη

Κύριος σκοπός του διαλείμματος είναι η ανάπαυση των ερμηνευτών/ερμηνευτριών και του κοινού, ειδικά σε παραστάσεις μεγάλης διάρκειας, καθώς και η εξυπηρέτηση τεχνικών αναγκών, όπως οι αλλαγές σκηνικού. Ενίοτε εξυπηρετεί και εμπορικούς σκοπούς, όπως προωθητικές δράσεις και πώληση προϊόντων, ενώ διευκολύνει την κοινωνική συναναστροφή. Από δραματουργική άποψη, η λειτουργία του διαλείμματος είναι σύνθετη: άλλοτε υποδηλώνει κατά σύμβασιν τη συνέχιση της δράσης εκτός σκηνής, άλλοτε λειτουργεί ως μέσο επίτασης της αγωνίας του κοινού και άλλοτε ως μέσο διάρρηξης της θεατρικής ψευδαίσθησης. Το διάλειμμα, με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, άρχισε να υιοθετείται ως πρακτική στα μέσα του 19ου αιώνα και καθιερώθηκε τον 20ό αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα και έργα που αρχικά δεν προέβλεπαν κάποιας μορφής παύση, όπως το ρεπερτόριο των υπαίθριων ελισαβετιανών θεάτρων, συχνά παρουσιάζονται με διάλειμμα σε επιλεγμένα σημεία, έπειτα από απόφαση του/της σκηνοθέτη/σκηνοθέτριας.


Διαχρονικά, το διάλειμμα δεν ήταν πάντα μια παύση κενή περιεχομένου, αλλά συχνά αποτελούσε αυτόνομο καλλιτεχνικό γεγονός. Κατά την Αναγέννηση, ανάμεσα στις πράξεις των έργων της κλασσικίζουσας δραματουργίας παρεμβάλλονταν φαντασμαγορικά μουσικοχορευτικά θεάματα, τα ιντερμέδια [intermezzi]. Αντίστοιχα, στην Ισπανία του 16ου και 17ου αιώνα, παρουσιάζονταν μονόπρακτα κωμικά έργα, τα εντρεμές [entremés]. Με παρόμοιο τρόπο, ιντερμέδια παρεμβάλλονταν και ανάμεσα στις πράξεις των έργων του κρητικού θεάτρου της Ενετοκρατίας. Τον 18ο αιώνα στην Ιταλία, στα διαλείμματα μιας όπερα σέρια, παρουσιαζόταν μια πλήρης όπερα μπούφα, λειτουργώντας ως δραματική αντίστιξη και συναισθηματική ανάπαυλα για το κοινό.


Σε μη-Δυτικές θεατρικές παραδόσεις, η διαχείριση του διαλείμματος διαφέρει σημαντικά. Στο ιαπωνικό θέατρο Καμπούκι, το διάλειμμα [makuai] μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από το συνηθισμένο, επιτρέποντας στο κοινό ακόμα και να γευματίσει. Αντίθετα, στο θέατρο Νο, η κύρια δράση δεν διακόπτεται με συμβατικό διάλειμμα. Κατά τη μετάβαση [nakairi] ανάμεσα στα δύο μέρη του έργου, όσο ο/η πρωταγωνιστής/πρωταγωνίστρια [shite] αλλάζει κοστούμι και μάσκα, ένας/μία ηθοποιός του Κιόγκεν αφηγείται το ιστορικό της υπόθεσης στο ενδιάμεσο ai-kyōgen, ενώ στο παραδοσιακό πρόγραμμα αυτοτελή κωμικά έργα Κιόγκεν παρεμβάλλονται ανάμεσα στα έργα Νο, δημιουργώντας μια ανάλαφρη ατμόσφαιρα.


Στη σύγχρονη σκηνική πρακτική, η αντιμετώπιση του διαλείμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δραματουργική και αισθητική στρατηγική του/της σκηνοθέτη/σκηνοθέτριας. Ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] αξιοποίησε τη διακοπή της δράσης με τραγούδια, επιγραφές και προβολές, ως μέσο ανοικείωσης, ενθαρρύνοντας τον/τη θεατή/θεάτρια να αναστοχαστεί κριτικά πάνω στη δράση αντί να παρασυρθεί από τη θεατρική ψευδαίσθηση. Αντιθέτως, ο Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ] στο Μαχαμπαράτα [Le Mahabharata, 1985], στις ολονύκτιες παραστάσεις του στο λατομείο της Boulbon [Μπουλμπόν], ενέταξε τα διαλείμματα στη συλλογική εμπειρία ενός εννεάωρου θεάματος, ενώ η Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] στο Théâtre du Soleil [Θέατρο του Ήλιου] μετέβαλε το διάλειμμα σε κοινό γεύμα ηθοποιών και θεατών, δηλαδή σε τελετουργική πράξη συλλογικής συνύπαρξης. Η κατάργηση του διαλείμματος αποτελεί συχνή επιλογή, κυρίως σε παραστάσεις σύντομης ή μέσης διάρκειας, ώστε να διατηρείται αδιάσπαστη η ροή της δράσης. Παράλληλα, παραγωγές μεγάλης διάρκειας (π.χ. θεατρικοί μαραθώνιοι, κύκλοι έργων, ολονύχτιες παραστάσεις, επιτελέσεις αντοχής) επαναφέρουν τη συλλογική παύση ως αναπόσπαστο μέρος της θεατρικής εμπειρίας.


Στη μουσική ορολογία, το μουσικό διάλειμμα [entr'acte] δηλώνει ορχηστρικό κομμάτι που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις πράξεις όπερας ή θεατρικού έργου. Πέρα από τη ζωντανή παράσταση, ο όρος αφορά σήμερα και τη διακοπή κινηματογραφικών ταινιών μεγάλης διάρκειας, καθώς και το διαφημιστικό διάλειμμα σε τηλεόραση και ραδιόφωνο.

Αγγλικά
interval; intermission
Γαλλικά
entr'acte, l'[e]
Γερμανικά
Pause, die; Zwischenakt, der
Ιταλικά
intervallo, l'[o]; pausa, la

Σχετικοί όροι

φουαγιέ, τρίτο κουδούνι, αναψυκτήριο, στάσιμο, Χορῷ, κατά ποσόν μέρη του δράματος, ρυθμός ή τέμπο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Λένε ότι η αγαπημένη φράση των κριτικών θεάτρου υπήρξε ανέκαθεν: "90 λεπτά χωρίς διάλειμμα". Βασικός λόγος για αυτή την κάπως κυνική διαπίστωση είναι ότι, όπως κάθε εργαζόμενος, έτσι και οι κριτικοί επιθυμούν να κάνουν τη δουλειά τους και να επιστρέψουν στο σπίτι τους μια λογική ώρα. Παραδοσιακά, τόσο τα θεατρικά έργα όσο και τα μιούζικαλ διαρκούσαν περίπου δυόμισι ώρες με το διάλειμμα. Ωστόσο, την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον, αυτό το όριο αποδείχθηκε καταπιεστικό και για τους συγγραφείς θεατρικών έργων και για τους σκηνοθέτες. Οι παραστάσεις μεγάλωσαν και αν εξαιρέσουμε ό,τι θεωρείται θέαμα για όλη την οικογένεια και επίσης τα έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό –σε αντιδιαστολή με το πειραματικό, πιο εναλλακτικό σύγχρονο θέατρο και εκείνους που αναγνωρίζουμε ως "ιδιοσυγκρασιακούς" σκηνοθέτες– συχνά η σύμβαση καταστρατηγείται. Ενώ λοιπόν στη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι θεατές μπορούσαν σχεδόν να ρυθμίσουν τα ρολόγια τους χάρη στην ακρίβεια με την οποία ολοκληρωνόταν η πρώτη θεατρική πράξη για να ακολουθήσει η δεύτερη, το κοινό του 21ου αιώνα διαθέτει εμπειρίες επικών θεατρικών μαραθωνίων, εικοσιτετράωρων θεαμάτων και ολονυχτιών, που όταν ολοκληρώνονται, ηθοποιοί και κοινό χειροκροτούνται αμοιβαία για την αντοχή τους.»

Το απόσπασμα φωτίζει το διάλειμμα ως θεσμοθετημένη σύμβαση που ρύθμιζε επί δεκαετίες τη χρονική αρχιτεκτονική της παράστασης: η παραδοσιακή διάρκεια διόμισι ωρών «με το διάλειμμα» όριζε τόσο τις προσδοκίες του κοινού όσο και τη συγγραφική και σκηνοθετική πρακτική. Η σύγχρονη υπέρβασή της, με τους θεατρικούς μαραθωνίους και τις ολονυχτίες, αναδεικνύει το διάλειμμα όχι ως ουδέτερη παύση αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στη σωματική αντοχή, τις θεσμικές συμβάσεις και την καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι η ίδια η παρουσία ή απουσία του διαλείμματος καθίσταται δηλωτική των αισθητικών και κοινωνικών μετατοπίσεων του σύγχρονου θεάτρου.

Βασιλειάδου, Μ. (2019, Ιανουάριος 30). Πόση ώρα διαρκεί η παράσταση; Η Καθημερινή. www.kathimerini.gr...

Quote Icon

«Η παράσταση χωρίζεται σε τρία μέρη, και ανάμεσα στο καθένα απ’ αυτά γίνεται διάλειμμα που διαρκεί όχι παραπάνω από 15 λεπτά. Αυτό δεν έγινε για τεχνικούς λόγους. Με ένα τέτοιο χωρισμό του δράματος ο θεατής κατορθώνει να συγκεντρώσει την προσοχή του στις κύριες βάσεις της θαυμάσιας δραματικής αρχιτεκτονικής του Λέρμοντοφ.»

Ο Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold] εξηγεί τη δραματουργική λειτουργία του διαλείμματος στη σκηνοθεσία του για τη Μασκαράτα [Maskarad, 1835] του Μιχαήλ Λέρμοντοφ [Mikhail Lermontov], την οποία παρουσίασε στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι [Alexandrinsky Theatre] της Πετρούπολης τον Φεβρουάριο του 1917, τις ημέρες της Φεβρουαριανής Επανάστασης, με σκηνικά και κοστούμια του Αλεξάντρ Γκολόβιν [Alexander Golovin]. Ο σκηνοθέτης αναδιοργάνωσε τις τέσσερις πράξεις και τις δέκα εικόνες του έργου σε τρία μέρη, με σύντομα διαλείμματα έως δεκαπέντε λεπτών, και απέρριψε ρητά την τεχνική αιτιολόγηση της παύσης. Το διάλειμμα λειτουργεί έτσι ως εργαλείο δραματουργικής σύνθεσης, που στρέφει την προσοχή του θεατή και της θεάτριας στους βασικούς άξονες της δομής του έργου.

Μέγιερχολντ, Β. (1982). Κείμενα για το θέατρο (Α. Βογιάζος, Μετ.). Αθήνα: Ιθάκη, σ. 179.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Πλήρης αλλαγή σκηνικού κατά τη διάρκεια του διαλείμματος στην παράσταση The Dingdong [Το ντινγκ…

René Clair [Ρενέ Κλαιρ], Entr'acte [Διάλειμμα, 1924], βωβή ταινία μικρού μήκους. Γυρισμένη…

Pergolesi, La serva padrona: "Stizzoso, mio stizzoso" [«Αγαπητό στραβόξυλο»]. Το έργο La serva padrona

"Musique d'ameublement" [«Μουσική επίπλωσης», 1920] του Erik Satie, σε εκτέλεση της ορχήστρας Armonia Ludus [Αρμονία…

Το Ρίβερντανς [Riverdance] ως πράξη διαλείμματος [interval act] στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, στο Point…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Διάλειμμα κατά τη διάρκεια της παράστασης Άννα Καρένινα στο Θέατρο Βαχτάνγκοφ [Vakhtangov Theatre] (2013).

Τμήμα του προγράμματος παράστασης της Φιλοδραματικής Εταιρείας Πατρών (1906), στο οποίο αναφέρεται η διάρκεια των

Un entr'acte au théâtre de Nicolet [Ένα διάλειμμα στο θέατρο του Νικολέ, 1846],…

Martin Monnickendam [Μάρτιν Μόννικενταμ], Schouwburgloge [Θεωρείο θεάτρου/Entr'acte], 1912, λάδι σε καμβά, 200 x 163…

Η αποκαλούμενη «βασίλισσα των γκρούπι» Sable Starr [Σέιμπλ Σταρ] με τον Iggy Pop [Ίγκυ…

Edward Hopper [Έντουαρντ Χόππερ], Intermission [Διάλειμμα] (1963, ιδιωτική συλλογή / SFMOMA). Μια…

Το εστιατόριο-μπαρ του Théâtre du Soleil [Θέατρο του Ήλιου] στην Cartoucherie [Καρτουσερί] της Vincennes [Βενσέν],…

Δύο νεαρές χορεύτριες του Dance Centre Kenya [Κέντρο Χορού Κένυας] καθαρίζουν τις τεχνητές νιφάδες χιονιού…

βασική

Brandon, J. R. (Επιμ.). (1997). Nō and kyōgen in the contemporary world. Honolulu: University of Hawaiʻi Press.

Charlton, D. (1986). Grétry and the growth of opéra-comique. Cambridge: Cambridge University Press.

Holland, P. (1997). English Shakespeares: Shakespeare on the English stage in the 1990s. Cambridge: Cambridge University Press.

Hutchings, M. (2013). The interval and indoor playmaking. Studies in Theatre and Performance, 33(3), 263-279.

Hutchings, M. (2024). Approaching the interval in the early modern theatre: The significance of the 'act-time'. Cambridge: Cambridge University Press.

Mamczarz, I. (1972). Les intermèdes comiques italiens au XVIIIe siècle en France et en Italie. Paris: Éditions du CNRS.

Pirrotta, N., & Povoledo, E. (1982). Music and theatre from Poliziano to Monteverdi (K. Eales, Μετ.). Cambridge: Cambridge University Press.

Taylor, G. (1993). The structure of performance: Act-intervals in the London theatres, 1576-1642. Στο G. Taylor & J. Jowett, Shakespeare reshaped 1606-1623 (σσ. 3-50). Oxford: Clarendon Press.

Troy, C. E. (1979). The comic intermezzo: A study in the history of eighteenth-century Italian opera. Ann Arbor: UMI Research Press.

Williams, D. (Επιμ.). (1991). Peter Brook and the Mahabharata: Critical perspectives. London: Routledge.

Λυδάκη, Ε. (2012). Τα ιντερμέδια του κρητικού θεάτρου: Πηγές και πρότυπα [Διδακτορική διατριβή]. Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Πούχνερ, Β. (1991). Μελετήματα θεάτρου. Το κρητικό θέατρο. Αθήνα: Μπούρας.

συμπληρωματική

Leiter, S. L. (1997). New Kabuki encyclopedia: A revised adaptation of Kabuki jiten. Westport, CT: Greenwood Press.

Moore, F. L., & Varchaver, M. (1999). Intermission. Στο Dictionary of the performing arts (σ. 248). Chicago: Contemporary Books.

Pavis, P. (1998). Intermission. Στο Dictionary of the theatre: Terms, concepts, and analysis (C. Shantz, Μετ.) (σσ. 186-187). Toronto: University of Toronto Press.

Trapido, J., Langhans, E. A., & Brandon, J. R. (Επιμ.). (1985). An international dictionary of theatre language. Westport & London: Greenwood Press.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. διάλειμμα. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διάλειμμα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «διάλειμμα». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διάλειμμα.

MLA

«διάλειμμα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διάλειμμα.

1326