Η παραστατικότητα [vividness] είναι η ικανότητα να γίνεται ένα περιεχόμενο ζωντανό και σχεδόν ορατό για όσους και όσες ακούν ή βλέπουν. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «παρίστημι» («τοποθετώ μπροστά, παρουσιάζω»). Παραστατικός είναι ο λόγος που φέρνει κάτι μπροστά στα μάτια. Η ιδιότητα αποδίδεται σε πρόσωπα, όπως ένας αφηγητής ή μια αφηγήτρια. Αποδίδεται επίσης σε κείμενα, όπως μια περιγραφή ή μια θεατρική μετάφραση. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς στα ελληνικά ως απόδοση του αγγλικού performativity, για το οποίο έχει καθιερωθεί ο όρος επιτελεστικότητα. Οι δύο έννοιες όμως διαφέρουν. Η επιτελεστικότητα αφορά την ικανότητα μιας πράξης να παράγει την πραγματικότητα που κατονομάζει, και κριτήριό της είναι το αποτέλεσμα της πράξης. Κριτήριο της παραστατικότητας είναι η ενάργεια με την οποία ένα περιεχόμενο φτάνει στο κοινό.
Οι ρίζες της έννοιας βρίσκονται στην αρχαία ρητορική. Στο τρίτο βιβλίο της Ρητορικής ο Αριστοτέλης εξέτασε την «ὑπόκρισιν», δηλαδή την εκφορά του λόγου. Χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο που χαρακτήριζε την τέχνη των ηθοποιών και την εντόπισε στην ένταση, στο τονικό ύψος και στον ρυθμό της φωνής. Συνιστούσε επίσης ο λόγος να φέρνει τα πράγματα «πρὸ ὀμμάτων». Σύμφωνα με ανέκδοτο που διασώζουν ο Κικέρων [Marcus Tullius Cicero] και ο Κοϊντιλιανός [Marcus Fabius Quintilianus], ο Δημοσθένης ρωτήθηκε ποιο είναι το σημαντικότερο στοιχείο της ρητορικής και απάντησε τρεις φορές «η υπόκριση». Ο Κικέρων χαρακτήρισε την εκφορά «ομιλία του σώματος» [sermo corporis]. Ο Κοϊντιλιανός, στην Institutio oratoria [Ρητορική παιδεία] (περ. 95 μ.Χ.), ταύτισε την ἐνάργεια με τον λόγο που δεν φαίνεται τόσο να λέει όσο να δείχνει. Αφιέρωσε επίσης ολόκληρο κεφάλαιο στη φωνή και στη χειρονομία του ρήτορα. Στην ορθόδοξη Ανατολή, όπου η Εκκλησία στάθηκε εχθρική απέναντι στο θέατρο, το μεταβυζαντινό κήρυγμα διατήρησε την υποκριτική διάσταση του ρητορικού λόγου. Όπως έδειξε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης (2013), οι ιεροκήρυκες χρησιμοποιούσαν τη μίμηση των παθών και την εκφορά για να συγκινήσουν το εκκλησίασμα από τον άμβωνα. Η παράδοση αναβίωσε στο βρεττανικό κίνημα της εκφοράς [elocutionary movement] του 18ου αιώνα, με το A Course of Lectures on Elocution [Σειρα διαλέξεων για την εκφορά του λόγου] (1762) του ηθοποιού Thomas Sheridan [Τόμας Σέρινταν]. Συνεχίστηκε με τη Chironomia [Χειρονομία] (1806) του Gilbert Austin [Γκίλμπερτ Ώστιν], που κατέγραψε τις χειρονομίες του ρήτορα με σύστημα σημειογραφίας.
Στις παραστατικές τέχνες η παραστατικότητα στηρίζεται σε τρία είδη εκφραστικών μέσων.
- Τα λεκτικά μέσα είναι οι εικόνες, οι μεταφορές και οι εικονολέξεις, που φέρνουν το περιεχόμενο μπροστά στα μάτια του κοινού. Σε αυτά στηρίζεται και η παραστατικότητα ενός δραματικού κειμένου ή μιας θεατρικής μετάφρασης.
- Τα ηχητικά μέσα είναι ο τονισμός, ο επιτονισμός και οι εναλλαγές ρυθμού και έντασης της φωνής, που δίνουν έμφαση στα λεγόμενα.
- Τα κινησιολογικά μέσα είναι η χειρονομία, η στάση και οι εκφράσεις του προσώπου.
Στον χορό η ακρίβεια της τεχνικής συνδυάζεται με την ένταση της εκτέλεσης, ώστε η κίνηση να αποκτά νόημα για όσους και όσες την παρακολουθούν.
Η ιδιότητα αφορά ηθοποιούς, χορευτές και χορεύτριες, τραγουδιστές και τραγουδίστριες, μουσικούς και αρχιμουσικούς. Ο Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν] συνδύασε την παραστατικότητα του αρχιμουσικού με εκείνη του δασκάλου στις τηλεοπτικές Young People's Concerts [Συναυλίες για νέους] (1958–1972) με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Εκεί εξηγούσε τα έργα με παραδείγματα στο πιάνο πριν από την εκτέλεσή τους. Η παραστατικότητα διακρίνεται από τη σκηνική παρουσία, δηλαδή τη δύναμη του σώματος να έλκει το βλέμμα ανεξάρτητα από το περιεχόμενο. Είναι δεξιότητα που καλλιεργείται και κρίνεται από το πόσο καθαρά και ζωντανά μεταδίδεται ένα περιεχόμενο.
Η παραστατικότητα εκδηλώνεται εξίσου σε περιστάσεις έξω από τη σκηνή, όπου ο λόγος απευθύνεται σε ένα κοινό. Τα ίδια μέσα χρησιμοποιεί ο δικηγόρος / η δικηγόρος στην αγόρευση και στην εξέταση μαρτύρων. Το ίδιο κάνει ο/η ρήτορας στη δημόσια ομιλία, ο δάσκαλος / η δασκάλα στην τάξη και ο εκφωνητής / η εκφωνήτρια στο δελτίο ειδήσεων. Ο Erving Goffman [Έρβινγκ Γκόφμαν], στο Forms of Talk [Μορφές ομιλίας] (1981), μελέτησε τη δημόσια διάλεξη και τον ραδιοφωνικό λόγο. Έδειξε πώς οι ομιλητές και οι ομιλήτριες διαχειρίζονται τη φωνή, τον ρυθμό και τα λάθη τους για να διατηρούν τη ροή μπροστά στο ακροατήριο. Ο Seymour B. Sarason [Σέυμουρ Μπ. Σάρασον], στο Teaching as a Performing Art [Η διδασκαλία ως παραστατική τέχνη] (1999), υποστήριξε ότι η εκπαίδευση εκπαιδευτικών έχει πολλά να μάθει από την εκπαίδευση ηθοποιών και μουσικών. Θεωρητικό πλαίσιο για τις περιπτώσεις αυτές προσφέρει ο Richard Bauman [Ρίτσαρντ Μπάουμαν] στο δοκίμιο "Verbal Art as Performance" [«Η λεκτική τέχνη ως επιτέλεση»] (1975). Ο Bauman όρισε την επιτέλεση ως ανάληψη ευθύνης απέναντι σε ένα ακροατήριο για την επίδειξη επικοινωνιακής δεξιότητας. Το ακροατήριο κρίνει τον τρόπο με τον οποίο λέγεται κάτι, και αυτή η κρίση ορίζει το πεδίο της παραστατικότητας.