Thymele Logo
Search

παραστατικότητα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Εκφραστική ιδιότητα του λόγου, της φωνής και της κίνησης, χάρη στην οποία ο ερμηνευτής / η ερμηνεύτρια ή ο ομιλητής / η ομιλήτρια καθιστά ό,τι μεταδίδει ζωντανό και σχεδόν ορατό για το κοινό, κεντρίζοντας την προσοχή του και διευκολύνοντας την πρόσληψη.

Ανάπτυξη

Η παραστατικότητα [vividness] είναι η ικανότητα να γίνεται ένα περιεχόμενο ζωντανό και σχεδόν ορατό για όσους και όσες ακούν ή βλέπουν. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «παρίστημι» («τοποθετώ μπροστά, παρουσιάζω»). Παραστατικός είναι ο λόγος που φέρνει κάτι μπροστά στα μάτια. Η ιδιότητα αποδίδεται σε πρόσωπα, όπως ένας αφηγητής ή μια αφηγήτρια. Αποδίδεται επίσης σε κείμενα, όπως μια περιγραφή ή μια θεατρική μετάφραση. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς στα ελληνικά ως απόδοση του αγγλικού performativity, για το οποίο έχει καθιερωθεί ο όρος επιτελεστικότητα. Οι δύο έννοιες όμως διαφέρουν. Η επιτελεστικότητα αφορά την ικανότητα μιας πράξης να παράγει την πραγματικότητα που κατονομάζει, και κριτήριό της είναι το αποτέλεσμα της πράξης. Κριτήριο της παραστατικότητας είναι η ενάργεια με την οποία ένα περιεχόμενο φτάνει στο κοινό.


Οι ρίζες της έννοιας βρίσκονται στην αρχαία ρητορική. Στο τρίτο βιβλίο της Ρητορικής ο Αριστοτέλης εξέτασε την «ὑπόκρισιν», δηλαδή την εκφορά του λόγου. Χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο που χαρακτήριζε την τέχνη των ηθοποιών και την εντόπισε στην ένταση, στο τονικό ύψος και στον ρυθμό της φωνής. Συνιστούσε επίσης ο λόγος να φέρνει τα πράγματα «πρὸ ὀμμάτων». Σύμφωνα με ανέκδοτο που διασώζουν ο Κικέρων [Marcus Tullius Cicero] και ο Κοϊντιλιανός [Marcus Fabius Quintilianus], ο Δημοσθένης ρωτήθηκε ποιο είναι το σημαντικότερο στοιχείο της ρητορικής και απάντησε τρεις φορές «η υπόκριση». Ο Κικέρων χαρακτήρισε την εκφορά «ομιλία του σώματος» [sermo corporis]. Ο Κοϊντιλιανός, στην Institutio oratoria [Ρητορική παιδεία] (περ. 95 μ.Χ.), ταύτισε την ἐνάργεια με τον λόγο που δεν φαίνεται τόσο να λέει όσο να δείχνει. Αφιέρωσε επίσης ολόκληρο κεφάλαιο στη φωνή και στη χειρονομία του ρήτορα. Στην ορθόδοξη Ανατολή, όπου η Εκκλησία στάθηκε εχθρική απέναντι στο θέατρο, το μεταβυζαντινό κήρυγμα διατήρησε την υποκριτική διάσταση του ρητορικού λόγου. Όπως έδειξε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης (2013), οι ιεροκήρυκες χρησιμοποιούσαν τη μίμηση των παθών και την εκφορά για να συγκινήσουν το εκκλησίασμα από τον άμβωνα. Η παράδοση αναβίωσε στο βρεττανικό κίνημα της εκφοράς [elocutionary movement] του 18ου αιώνα, με το A Course of Lectures on Elocution [Σειρα διαλέξεων για την εκφορά του λόγου] (1762) του ηθοποιού Thomas Sheridan [Τόμας Σέρινταν]. Συνεχίστηκε με τη Chironomia [Χειρονομία] (1806) του Gilbert Austin [Γκίλμπερτ Ώστιν], που κατέγραψε τις χειρονομίες του ρήτορα με σύστημα σημειογραφίας.


Στις παραστατικές τέχνες η παραστατικότητα στηρίζεται σε τρία είδη εκφραστικών μέσων.

  1. Τα λεκτικά μέσα είναι οι εικόνες, οι μεταφορές και οι εικονολέξεις, που φέρνουν το περιεχόμενο μπροστά στα μάτια του κοινού. Σε αυτά στηρίζεται και η παραστατικότητα ενός δραματικού κειμένου ή μιας θεατρικής μετάφρασης.
  2. Τα ηχητικά μέσα είναι ο τονισμός, ο επιτονισμός και οι εναλλαγές ρυθμού και έντασης της φωνής, που δίνουν έμφαση στα λεγόμενα.
  3. Τα κινησιολογικά μέσα είναι η χειρονομία, η στάση και οι εκφράσεις του προσώπου.

Στον χορό η ακρίβεια της τεχνικής συνδυάζεται με την ένταση της εκτέλεσης, ώστε η κίνηση να αποκτά νόημα για όσους και όσες την παρακολουθούν.


Η ιδιότητα αφορά ηθοποιούς, χορευτές και χορεύτριες, τραγουδιστές και τραγουδίστριες, μουσικούς και αρχιμουσικούς. Ο Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν] συνδύασε την παραστατικότητα του αρχιμουσικού με εκείνη του δασκάλου στις τηλεοπτικές Young People's Concerts [Συναυλίες για νέους] (1958–1972) με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Εκεί εξηγούσε τα έργα με παραδείγματα στο πιάνο πριν από την εκτέλεσή τους. Η παραστατικότητα διακρίνεται από τη σκηνική παρουσία, δηλαδή τη δύναμη του σώματος να έλκει το βλέμμα ανεξάρτητα από το περιεχόμενο. Είναι δεξιότητα που καλλιεργείται και κρίνεται από το πόσο καθαρά και ζωντανά μεταδίδεται ένα περιεχόμενο.


Η παραστατικότητα εκδηλώνεται εξίσου σε περιστάσεις έξω από τη σκηνή, όπου ο λόγος απευθύνεται σε ένα κοινό. Τα ίδια μέσα χρησιμοποιεί ο δικηγόρος / η δικηγόρος στην αγόρευση και στην εξέταση μαρτύρων. Το ίδιο κάνει ο/η ρήτορας στη δημόσια ομιλία, ο δάσκαλος / η δασκάλα στην τάξη και ο εκφωνητής / η εκφωνήτρια στο δελτίο ειδήσεων. Ο Erving Goffman [Έρβινγκ Γκόφμαν], στο Forms of Talk [Μορφές ομιλίας] (1981), μελέτησε τη δημόσια διάλεξη και τον ραδιοφωνικό λόγο. Έδειξε πώς οι ομιλητές και οι ομιλήτριες διαχειρίζονται τη φωνή, τον ρυθμό και τα λάθη τους για να διατηρούν τη ροή μπροστά στο ακροατήριο. Ο Seymour B. Sarason [Σέυμουρ Μπ. Σάρασον], στο Teaching as a Performing Art [Η διδασκαλία ως παραστατική τέχνη] (1999), υποστήριξε ότι η εκπαίδευση εκπαιδευτικών έχει πολλά να μάθει από την εκπαίδευση ηθοποιών και μουσικών. Θεωρητικό πλαίσιο για τις περιπτώσεις αυτές προσφέρει ο Richard Bauman [Ρίτσαρντ Μπάουμαν] στο δοκίμιο "Verbal Art as Performance" [«Η λεκτική τέχνη ως επιτέλεση»] (1975). Ο Bauman όρισε την επιτέλεση ως ανάληψη ευθύνης απέναντι σε ένα ακροατήριο για την επίδειξη επικοινωνιακής δεξιότητας. Το ακροατήριο κρίνει τον τρόπο με τον οποίο λέγεται κάτι, και αυτή η κρίση ορίζει το πεδίο της παραστατικότητας.

Αγγλικά
vividness
Γαλλικά
vivacité, la
Γερμανικά
Anschaulichkeit, die
Ιταλικά
vividezza, la

Σχετικοί όροι

θεατρικότητα, δραματικότητα, θεαματικότητα, εκφραστικότητα, αγωγή του λόγου, ορθοφωνία, προσωδία

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

Ακόμη και ειδικοί της κωμωδίας αναγνωρίζουν ότι σημεία όπως η παραβατική συζυγία και τα δύο σπαρτιατικά χορικά του τέλους πάσχουν από κωμικής πλευράς, και για τον λόγο αυτό αποφασίσαμε με την παρέμβασή μας να τονώσουμε την τελική κωμική κλιμάκωση του έργου [...]. Τέλος, σε κάποιες περιπτώσεις αυξήσαμε την παραστατικότητα όχι μέσω του βωμολοχικού λόγου, αλλά μέσω εικονολέξεων.

Στη μετάφρασή τους για την αριστοφανική Λυσιστράτη, η Αύρα Ξεπαπαδάκου και η Ιώ Μανωλέσσου παρεμβαίνουν σε σημεία του έργου που κρίνονται κωμικά αδύναμα, όπως τα δύο σπαρτιατικά χορικά του τέλους, για να τονώσουν την τελική κλιμάκωση. Ενισχύουν την παραστατικότητα του κειμένου με εικονολέξεις και όχι με βωμολοχίες. Οι λέξεις αυτές αποδίδουν εικονικά ήχους, κινήσεις και αισθήσεις, και κάνουν τη δράση σχεδόν ορατή και ακουστή για το κοινό. Έτσι η μετάφραση αξιοποιεί τα λεκτικά μέσα της παραστατικότητας και προετοιμάζει τη σκηνική εκφορά του λόγου.

Ξεπαπαδάκου, Α., & Μανωλέσσου, Ι. (2024). Μεταφράζοντας τη Λυσιστράτη τον 21ο αιώνα: Θεωρητικός στοχασμός, μεθοδολογική προσέγγιση, πρακτική εφαρμογή. Στο Κ. Διαμαντάκου (Επιμ.), Χαμένοι στη μετάφραση ή (δι)ερευνώντας τις αδημοσίευτες μεταφράσεις αρχαίου δράματος: Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας (σσ. 177–189). Αθήνα: Κάπα Εκδοτική. σ. 182.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η Vanessa-Mae [Βανέσσα-Μέι] ερμηνεύει το "Storm" ["Καταιγίδα"] στην πρώτη τελετή των Classical Brit Awards, στο…

Σκηνή από τους Rinocerii [Οι ρινόκεροι] του Ευγένιου Ιονέσκο [Eugène Ionesco], σε σκηνοθεσία

Ο Leonard Bernstein [Λέοναρντ Μπέρνσταϊν] με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στην πρώτη από τις…

Στο επεισόδιο "Namaste" ["Ναμαστέ"] (περίοδος 5, επεισόδιο 4, 2020) της σειράς Better Call Saul [

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο Δημοσθένης σε πίνακα του Jean-Jules-Antoine Lecomte du Nouÿ [Ζαν-Ζυλ-Αντουάν Λεκόντ ντυ Νουΐ], Démosthène…

Ο αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής [Teodor Currentzis] διευθύνει την ορχήστρα και τη χορωδία musicAeterna. Με τη…

Ο ιεροκήρυκας Ηλίας Μηνιάτης (1669–1714) σε χαλκογραφία από έκδοση των Διδαχών του. Τα κηρύγματά του…

Η νοητή σφαίρα της Chironomia [Χειρονομίας] (1806) του Gilbert Austin [Γκίλμπερτ Ώστιν].…

βασική

Austin, G. (1806). Chironomia; or, A treatise on rhetorical delivery. London: T. Cadell and W. Davies.

Bauman, R. (1975). Verbal art as performance. American Anthropologist, 77(2), 290–311. doi.org...

Goffman, E. (1981). Forms of talk. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.

Quintilian. (2001). The orator's education: Vol. 5. Books 11–12 (D. A. Russell, Ed. & Trans.). Cambridge, MA: Harvard University Press.

Sarason, S. B. (1999). Teaching as a performing art. New York: Teachers College Press.

Sheridan, T. (1762). A course of lectures on elocution. London: W. Strahan.

Αριστοτέλης. (2004). Ρητορική: Βιβλία Β΄–Γ΄ (Δ. Λυπουρλής, Εισαγ.-Μετ.-Σχόλ.). Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.

Βιβιλάκης, Ι. (2013). Το κήρυγμα ως performance: Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο. Αθήνα: Αρμός.

Διαμαντάκου, Κ. (2018). Παραστατικότητα και αρχαία τραγωδία: Οι δυνατότητες ενός κοινού (αντι)Λόγου στην κρίση της δημοκρατικότητας. Στο Α. Αλτουβά & Κ. Διαμαντάκου (Επιμ.), Θέατρο και Δημοκρατία: Πρακτικά Ε΄ Πανελλήνιου Θεατρολογικού Συνεδρίου (Τόμ. Α΄, σσ. 461–473). Αθήνα: Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ.

συμπληρωματική

Balme, C. B. (2008). The Cambridge introduction to theatre studies. Cambridge: Cambridge University Press.

Fischer-Lichte, E. (2014). The Routledge introduction to theatre and performance studies (M. Arjomand & R. Mosse, Eds.; M. Arjomand, Trans.). London & New York: Routledge.

Pavis, P. (2016). The Routledge dictionary of performance and contemporary theatre (A. Brown, Trans.). London & New York: Routledge.

Πούχνερ, Β. (2014). Η επιστήμη του θεάτρου στον 21ο αιώνα: Σύντομος απολογισμός και σκέψεις για τις προοπτικές. Αθήνα: Κίχλη.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. παραστατικότητα. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/παραστατικότητα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «παραστατικότητα». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/παραστατικότητα.

MLA

«παραστατικότητα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/παραστατικότητα.

1326