Thymele Logo
Search

χορόδραμα [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 8
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Σκηνικό είδος στο οποίο μία δραματική ή αφηγηματική δράση αποδίδεται πρωτίστως μέσω της οργανωμένης χορευτικής κίνησης και της μιμικής, σε συνδυασμό με τη μουσική, τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία, με τον προφορικό λόγο να απουσιάζει ή να έχει δευτερεύουσα λειτουργία.

Ανάπτυξη

Το χορόδραμα, ως είδος που θέτει την αφήγηση στο επίκεντρό του, συνδέεται με τελετουργικές πρακτικές αρχαίων πολιτισμών και συναντάται σε πολλές μη Δυτικές θεατρικές παραδόσεις. Εκεί λειτουργεί ταυτοχρόνως ως ψυχαγωγία και ως φορέας ιστορίας, μύθων και κοινωνικών αξιών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Χον [Khon] της Ταϊλάνδης, σύνθετη τέχνη που δραματοποιεί το έπος Ραμακιέν [Ramakien] με περίτεχνες προσωπίδες και ενδυμασίες, και το Κατακάλι [Kathakali] της Κεράλα, το οποίο συνδυάζει χορό, κωδικοποιημένο χειρονομιακό λεξιλόγιο (μούντρα [mudrā]) και στοιχεία πολεμικών τεχνών, αντλώντας το υλικό του κυρίως από τη Ραμαγιάνα και τη Μαχαμπαράτα.


Στην Ευρώπη, κατά τον 18ο αιώνα, οι χορογράφοι και θεωρητικοί Jean-Georges Noverre [Ζαν-Ζωρζ Νοβέρ] και Gasparo Angiolini [Γκασπάρο Αντζιολίνι] θεμελίωσαν, μέσα από παράλληλη και συχνά ανταγωνιστική πορεία, το μπαλέτο δράσης [ballet d'action]. Πρόκειται για το πρώτο είδος μπαλέτου στο οποίο ο χορός αφηγείται μια ενιαία ιστορία αποκλειστικά μέσω της κίνησης και της μιμικής. Ο Angiolini αντιμετώπιζε την πλοκή ως οργανωτική αρχή του έργου και το βήμα [pas] ως βασικό μέσο της χορευτικής αφήγησης.


Ο ιταλικός όρος coreodramma προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο είδος αφηγηματικών μπαλέτων, συνδεδεμένο με τον Salvatore Viganò [Σαλβατόρε Βιγκανό], ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα δημιούργησε στο Μιλάνο έργα με τη μιμική ως βασικό αφηγηματικό στοιχείο. Ο Viganò απέρριψε τις αρχές του «καθαρού χορού» [danse d'école] και προέκρινε μια εκφραστική, ρυθμική κίνηση, ικανή να αποδώσει τις ψυχολογικές αποχρώσεις των χαρακτήρων. Η προσέγγισή του, την οποία εγκωμίασε ο Stendhal [Σταντάλ], εδραίωσε την αντίληψη του χοροδράματος ως αυτόνομης δραματικής μορφής. Χαρακτηριστικά έργα του υπήρξαν το Il Prometeo [Προμηθεύς] (1813), η Mirra, o sia La vendetta di Venere [Μύρρα ή Η εκδίκηση της Αφροδίτης] (1817) και ο Otello [Οθέλλος] (1818).


Στην αρχή της σωματικής αφήγησης βασίστηκαν πολλά μεταγενέστερα έργα του 19ου και του 20ού αιώνα, όπως η Λίμνη των κύκνων [Lebedinoe ozero], στην αναβίωση των Marius Petipa [Μαριούς Πετιπά] και Λεβ Ιβάνοφ [Lev Ivanov] (1895). Στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930, ο όρος Tanzdrama συνδέθηκε με τον εκφραστικό χορό και με τον Kurt Jooss [Κουρτ Γιόος], του οποίου το Der grüne Tisch [Το πράσινο τραπέζι] (1932) απέδωσε πολιτική καταγγελία μέσω αυστηρά δομημένης χορευτικής δραματουργίας. Στη Σοβιετική Ένωση το αφηγηματικό μπαλέτο θεσμοποιήθηκε ως κυρίαρχο είδος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Spartak [Σπάρτακο] του Αράμ Χατσατουριάν [Aram Khachaturian] σε χορογραφικές εκδοχές των Ίγκορ Μοϊσέγιεφ [Igor Moiseyev] (1958), Λεονίντ Γιάκομπσον [Leonid Yakobson] (1962) και Γιούρι Γκριγκορόβιτς [Yuri Grigorovich] (1968). Στη Βρετανία το είδος καλλιέργησαν οι Antony Tudor [Άντονυ Τιούντορ], Frederick Ashton [Φ ρέντερικ Άστον] και Kenneth MacMillan [Κέννεθ ΜακΜίλλαν].


Το χορόδραμα διακρίνεται από συγγενή είδη ως προς τη λειτουργία της αφήγησης. Στο αφηρημένο μπαλέτο, όπως το καλλιέργησε ο George Balanchine [Ζωρζ/Τζωρτζ Μπαλανσίν], η δράση αποβάλλεται και η κίνηση υπηρετεί τη μουσική δομή και τη σχέση των σωμάτων στον χώρο. Στο χοροθέατρο, που συνδέθηκε με την Pina Bausch [Πίνα Μπάους], η γραμμική αφήγηση διαρρηγνύεται προς όφελος αποσπασματικών, συχνά επαναληπτικών σκηνών με έντονο συναισθηματικό και κοινωνικοπολιτικό φορτίο. Το χορόδραμα διατηρεί την ενιαία δραματουργική πλοκή ως οργανωτική αρχή. Στενή είναι η σχέση του με το μιμόδραμα: αμφότερα αφηγούνται χωρίς λόγο, όμως στο μιμόδραμα προτεραιότητα έχουν η μιμική χειρονομία και η πλαστικότητα του σώματος, ενώ στο χορόδραμα η αφήγηση συντελείται πρωτίστως μέσω της χορευτικής κίνησης.


Στην Ελλάδα ο όρος ταυτίστηκε με το «Ελληνικό Χορόδραμα», που ίδρυσε το 1950 η χορεύτρια και χορογράφος Ραλλού Μάνου και εμφανίστηκε το 1951. Με συνεργάτες τον συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι και εικαστικούς όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιάννης Μόραλης και ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, η Μάνου διαμόρφωσε ιδιαίτερο ιδίωμα, συγκεράζοντας τον μοντερνισμό της δασκάλας της Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ] με τη λαϊκή και δημοτική παράδοση, το όραμα της «γενιάς του '30» και την αρχαία τραγωδία. Δημιούργησε έργα όπως Το καταραμένο φίδι και οι Έξι λαϊκές ζωγραφιές (1951) και η Μήδεια (1958), συμβάλλοντας στην καθιέρωση του μοντέρνου χορού στην Ελλάδα ως σύγχρονης τέχνης.

Αγγλικά
dance drama
Γαλλικά
drame dansé, le
Γερμανικά
Tanzdrama, das
Ιταλικά
coreodramma, il

Συνώνυμα

χορευτικό δράμα, δραματικό μπαλέτο

Σχετικοί όροι

όρχηση, ρομαντικό μπαλέτο, ασιατικό θέατρο, Μπάρατ Νάτιαμ, ανθρωπολογία του χορού

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Ο Εγγονόπουλος βλέπει στο Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου μια προσπάθεια αντίστοιχη με εκείνη που έκανε ο Ντιαγκίλεφ με τα Ρωσικά Μπαλέτα του: παραγγελίες μουσικής στους μεγάλους συνθέτες της εποχής του (Χατζιδάκις), συνεργασία μεγάλων σύγχρονων ζωγράφων και σκηνογράφων (Τσαρούχης, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γ. Βακαλό, Εγγονόπουλος), λογοτέχνες (Ελύτης, Βενέζης κ.ά.) και χορογραφία που συνδυάζει τον έντεχνο χορό (μοντέρνο, μπαλέτο) με την παράδοση, είτε είναι οι λαϊκοί χοροί είτε είναι ιερατικοί χοροί και αρχαία τραγωδία.»

Στο απόσπασμα αυτό η Μαρία Κακαβούλια αναδεικνύει τον παραλληλισμό που επιχειρεί ο Νίκος Εγγονόπουλος ανάμεσα στο Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και στη συνθετική λογική των Ρωσικών Μπαλέτων [Ballets Russes] του Σεργκέι Ντιάγκιλεφ [Sergei Diaghilev], αναγνωρίζοντας στο χορόδραμα μία μορφή ολοτεχνήματος.

Κακαβούλια, Μ. (2018). Διερευνώντας τη σχέση λογοτεχνίας και χορού τη δεκαετία του 1930: Πρώτες παρατηρήσεις. Στο Ε. Κουτριάνου, Ε. Φιλοκύπρου (Επιμ.), Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας; Αναζητήσεις και αγωνίες των Ελλήνων λογοτεχνών του Μεσοπολέμου (1918-1939) (σσ. 298-320). Αθήνα: Νεφέλη. Βλ. σ. 310.

Quote Icon

«Ἑλληνικὸ Χορόδραμα σημαίνει μιὰ ὁμάδα ἀνθρώπων τῆς Τέχνης, ποὺ ὁ καθένας, ἀντιμετωπίζοντας ἀπὸ τὴ δική του περιοχὴ τὴν ὑπόθεση τοῦ χοροῦ, μὲ τὶς ἰδιαίτερες ἀπαιτήσεις ποὺ παρουσιάζει στὸν τόπο μας, ἀποφασίζουν ὅλοι μαζὶ (χορογράφοι, χορευτές, μουσικοί, ζωγράφοι, ἐνδυματολόγοι, ποιητές) –συμφωνώντας σὲ βασικὲς γραμμές– νὰ συμβάλουν σὲ μιὰ ὀργανωμένη χορευτικὴ ἐκδήλωση.»

Στο παράθεμα αυτό ο Μάνος Χατζιδάκις προσδιορίζει το χορόδραμα ως συλλογικό εγχείρημα, στο οποίο δημιουργοί από διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία (χορογράφοι, χορευτές και χορεύτριες, μουσικοί, ζωγράφοι, ενδυματολόγοι, ποιητές και ποιήτριες) συγκλίνουν σε μία οργανωμένη χορευτική δημιουργία. Η διατύπωσή του αναδεικνύει τον συνθετικό χαρακτήρα του είδους ως μορφής ολοτεχνήματος, όπου η επιμέρους καλλιτεχνική συμβολή τίθεται στην υπηρεσία ενός κοινού σκηνικού αποτελέσματος. Ο συνθέτης υπογραμμίζει παράλληλα τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που παρουσιάζει η υπόθεση του χορού στην Ελλάδα, τοποθετώντας το χορόδραμα στο πλαίσιο της αναζήτησης μιας εθνικής καλλιτεχνικής ταυτότητας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Μάνου, Ρ. (1961). Ἑλληνικὸν Χορόδραμα 1950-1960. Ἀθῆναι: Ἑλληνικὸν Χορόδραμα, σ. 19.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Το Χον, το χορόδραμα με μάσκες της Ταϊλάνδης, εγγεγραμμένο στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς…

Σκηνή από το Κατακάλι της Κεράλα, βασισμένη στο μυθολογικό επεισόδιο «Ναρακασουραβάδαμ» [Narakāsuravadham, «Ο θάνατος του…

Οι πρώτοι χορευτές [First Artists] του Royal Ballet [Βασιλικού Μπαλέτου] Romany Pajdak [Ρόμανυ Πάιντακ] και…

Спартак [Σπάρτακος] του Αράμ Χατσατουριάν [Aram Khachaturian] σε χορογραφία Γιούρι Γκριγκορόβιτς [Yuri Grigorovich]…

Η εναρκτήρια παράσταση του Ελληνικού Χοροδράματος με τις Έξι λαϊκές ζωγραφιές του Μάνου Χατζιδάκι, σε…

Επεισόδιο της εκπομπής Μονόγραμμα, αφιερωμένο στην ιδρύτρια του «Ελληνικού Χοροδράματος», Ραλλού Μάνου. ΕΡΤ, 15/10/2019.

Lysistrata-X [Λυσιστράτη-Χ]: σύγχρονη υβριδική εκδοχή χοροδράματος, όπου η αριστοφανική πλοκή αποδίδεται μέσω…

Swan [Κύκνος]: ακροβατικό χορόδραμα του κινεζικού σύγχρονου χορού, όπου η αφήγηση συντελείται μέσω…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο Gaétan Vestris [Γκαετάν Βεστρίς] (1729-1808) ως Ιάσων, πλαισιωμένος από τη Giovanna Baccelli [Τζοβάννα Μπατσέλλι]…

Ο Salvatore Viganò [Σαλβατόρε Βιγκανό] ως χορευτής, σε σχέδιο (μελάνι και υδατοχρώματα) του Johann Gottfried…

Επιτελέστρια του Νόρα [Nora], του χοροδράματος της νότιας Ταϊλάνδης, με το χαρακτηριστικό μυτερό στέμμα [θέριντ]…

Εξώφυλλο του δίσκου Το καταραμένο φίδι του Μάνου Χατζιδάκι (Lyra, 1974), όπου αποτυπώνεται μακέτα σκηνικού…

βασική

Gopalakrishnan, S. (2025). Kathakali: Tradition, Innovations and Transitions in the Dance Drama of Kerala (Forms of Drama). London: Methuen Drama, Bloomsbury Publishing.

Noverre, J.-G. (1760). Lettres sur la danse et sur les ballets. Lyon: Aimé Delaroche.

Poesio, G. (1998). Viganò, the Coreodramma and the language of gesture. Historical Dance, 3(5), 3-8.

Souritz, E. (1990). Soviet Choreographers in the 1920s. Durham: Duke University Press.

Vaillat, L. (1948). Vers le drame dansé. Hommes et Mondes, 5(21), 697-701. www.jstor.org...

Zarrilli, P. B. (2000). Kathakali Dance-Drama: Where Gods and Demons Come to Play. London & New York: Routledge.

Κακαβούλια, Μ. (2018). Διερευνώντας τη σχέση λογοτεχνίας και χορού τη δεκαετία του 1930: Πρώτες παρατηρήσεις. Στο Ε. Κουτριάνου & Ε. Φιλοκύπρου (Επιμ.), Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας; Αναζητήσεις και αγωνίες των Ελλήνων λογοτεχνών του Μεσοπολέμου (1918-1939) (σσ. 298-320). Αθήνα: Νεφέλη.

Μάνου, Ρ. (Επιμ.) (1961). Ἑλληνικὸν Χορόδραμα 1950-1960. Ἀθῆναι: Ἑλληνικὸν Χορόδραμα.

Σταματοπούλου-Βασιλάκου, Χ. (2005). Αρχείο Ραλλούς Μάνου. Αθήνα: Μίλητος.

Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. (2004). Χορός και θέατρο. Αθήνα: Έφεσος.

συμπληρωματική

Achutha Menon, V., Natrayan, B., Prasad, A., & Sukumar, A. (2024). Kathakali's social magic: The social presence of the dance drama. ShodhKosh: Journal of Visual and Performing Arts, 5, 772-784.

Angiolini, G. (1765). Dissertation sur les ballets pantomimes des anciens. Vienne: Trattnern.

Harrop, P., & Njaradi, D. (Επιμ.) (2013). Performance and Ethnography: Dance, Drama, Music. Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing.

Markard, A., & Markard, H. (1985). Jooss. Köln: Ballett-B ühnen-Verlag.

Δαλιανούδη, Ρ. (2019). Το λαϊκό στοιχείο στις παραστατικές τέχνες: Η σχέση μουσικής, χορού και εικαστικών στο λαϊκό μπαλέτο Έξι λαϊκές ζωγραφιές. Επιστήμη του Χορού, 11, 20-40.

Μάνου, Ρ. (1988). Χορός: «Οὐ τῶν ῥᾳδίων... οὖσαν τὴν τέχνην». Αθήνα: Γνώση.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. χορόδραμα. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/χορόδραμα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «χορόδραμα». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/χορόδραμα.

MLA

«χορόδραμα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/χορόδραμα.

1326